Το τέλος της ζωής όπως τη γνωρίζαμε

Περίληψη

Τον Σεπτέμβριο του 2021 το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (New York Stock Exchange, NYSE) ανακοίνωσε τη δημιουργία ενός νέου επενδυτικού προϊόντος, το οποίο εδώ και χρόνια αποκαλείται κυνικά “φυσικά περιουσιακά στοιχεία (natural assets)” από τους παγκόσμιους εξουσιαστές και τα φερέφωνα τους. Ουσιαστικά σε αυτό περιλαμβάνονται όλα τα χερσαία και θαλάσσια οικοσυστήματα του πλανήτη (είτε αυτά είναι παρθένα, είτε έχουν δεχτεί ανθρώπινη επέμβαση), οι φυσικοί τους πόροι, καθώς και όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες που σχετίζονται με αυτά.

Μέχρι σήμερα η εμπορευματοποίηση των οικοσυστημάτων γινόταν με άμεσο τρόπο, δηλαδή με την εκμετάλλευση τους στα πλαίσια της καπιταλιστικής παραγωγής. Το προφανές επιδιωκόμενο αποτέλεσμα για τις υπερεθνικές οικονομικές ελίτ και τους κάθε λογής υπηρέτες τους (κράτη, τεχνοκράτες, πολιτικοί, κλπ) είναι να μπορούν να αντλούν υπεραξία από αυτά μέσω της πλήρους ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης – χρηματιστικοποίησης της φύσης αλλά και της ανθρώπινης ζωής, στο βαθμό που αυτή εξαρτάται από το φυσικό περιβάλλον.

Πρόσφατα η ιστοσελίδα της οργάνωσης “Alliance for Natural Health” (Συμμαχία για τη Φυσική Υγεία) έκανε ένα αφιέρωμα σε αυτό το εγχείρημα, χαρακτηρίζοντας το ως τη μεγαλύτερη αρπαγή γης σε παγκόσμιο επίπεδο. Ύστερα από την ανάλυση που κάνουμε πιο κάτω, παραθέτουμε τη δική μας εκτίμηση ότι εάν φτάσει να υλοποιηθεί, οι συνέπειες του δεν θα είναι μόνο οικονομικές, αλλά θα επεκταθούν σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας και θα αλλάξουν όσα γνωρίζαμε ή θεωρούσαμε δεδομένα για τη φύση, τη σχέση του ανθρώπου με αυτήν, αλλά και την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.

Θέλουμε να τονίσουμε ότι δεν πρόκειται για κάποιο υποθετικό σενάριο ή για κάποιον σχεδιασμό που πρόκειται να υλοποιηθεί στο μακρινό μέλλον. Όπως θα δούμε στη συνέχεια του άρθρου, ήδη έχουν μπει τα θεμέλια για την πιλοτική του εφαρμογή στην Κόστα Ρίκα, ενώ σε δεύτερη φάση προβλέπεται να ακολουθήσουν χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής.

Η πρόσφατη κίνηση του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης και όσων βρίσκονται πίσω από αυτό δεν προέκυψε από παρθενογένεση. Πρόκειται για το τελευταίο στάδιο ενός καλά μεθοδευμένου σχεδιασμού, οι απαρχές του οποίου ανάγονται στη δεκαετία του ’70. Τότε έγιναν από κάποιους νεοφιλελεύθερους οικονομολόγους οι πρώτες πρωτόλειες απόπειρες επαναπροσδιορισμού μερικών εννοιών που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον. Τότε νοηματοδοτήθηκε και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ο όρος “περιβαλλοντικές υπηρεσίες”. Τότε έγινε η πρώτη αναφορά στην “αναγκαιότητα της αποτίμησης των φυσικών πόρων”. Το 1972 η “Λέσχη της Ρώμης” (“Club of Rome”) ανέθεσε σε μία ομάδα επιστημόνων (Meadows et. al) και στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) τη διεξαγωγή μιας έρευνας πάνω στις συνέπειες της αχαλίνωτης τεχνολογικής ανάπτυξης. Η σχετική έκθεση δημοσιεύτηκε δύο χρόνια μετά, το 1974, υπό τον τίτλο “The Limits to Growth” (Τα Όρια της Ανάπτυξης) και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι με τη συνέχιση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, το αργότερο σε εκατό χρόνια (από τότε) θα εξαντλούνταν οι φυσικοί πόροι, θα μειωνόταν δραματικά ο παγκόσμιος πληθυσμός και θα επερχόταν η οικολογική κατάρρευση του πλανήτη. Μία από τις προτεινόμενες λύσεις ήταν η επίτευξη μίας θεωρητικής – φαντασιακής κατάστασης «αποανάπτυξης» που θα οδηγούσε σε μία εξίσου θεωρητική “κατάσταση ισορροπίας”, στην οποία η εν λόγω ερευνητική ομάδα φαντασιώθηκε την επιβίωση του καπιταλισμού στο διηνεκές.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ο όρος “οικοσυστημικές υπηρεσίες” και στα τέλη της ίδιας δεκαετίας εισήχθηκε ο όρος “φυσικό κεφάλαιο”. Τότε έγιναν οι πρώτες απόπειρες σύμπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας και της καθεστωτικής οικολογίας. Δύο από τους οικονομολόγους που πρωταγωνίστησαν σε αυτές ήταν οι Robert Costanza και Herman Daly. Λίγο μετά ο Costanza έγινε ένα από τα 100 μέλη της αυτοαποκαλούμενης Λέσχης της Ρώμης (“Club of Rome”), η οποία μέχρι σήμερα είναι ένα από τα βασικά όργανα άσκησης πολιτικής των παγκόσμιων ολιγαρχών – εξουσιαστών. Ο Henry Daly προσλήφθηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα (World Bank) και ήταν για έξι χρόνια επικεφαλής του Τμήματος Περιβάλλοντος αυτού του εξουσιαστικού μηχανισμού που ελέγχεται από το κεφάλαιο των ΗΠΑ και που όπως θα δούμε στη συνέχεια έχει κεντρικό ρόλο στην πραγμάτωση των σχεδιασμών του υπερεθνικού κεφαλαίου στο θέμα που εξετάζουμε. Οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι που ασχολήθηκαν και συνεχίζουν να ασχολούνται με τη δόμηση και το πλασάρισμα του αφηγήματος της εν λόγω σύμπτυξης, αυτοαποκαλέστηκαν “οικονομολόγοι του περιβάλλοντος” και ως τέτοιοι καθιερώθηκαν από όλα τα μέσα μαζικής προπαγάνδας.

Η πρώτη συστηματική απόπειρα επανοηματοδότησης της φύσης και ένταξης της στο νεοφιλελεύθερο αφήγημα πραγματοποιήθηκε την δεκαετία του ’90. Έτσι προέκυψε η απάτη του λεγόμενου “περιβαλλοντισμού της ελεύθερης αγοράς” (“free-market environmentalism”), δηλαδή της απόπειρας του νεοφιλελευθερισμού να παρουσιαστεί ως μία κοσμοθεωρία με περιβαλλοντικό πρόταγμα, προσεταιριζόμενος τα οικολογίζοντα παράσιτα-παρτάλια της “οικολογίας του καπιταλισμού”.

Προς τα μέσα της δεκαετίας του ’90 η Παγκόσμια Τράπεζα έκανε μία αλλαγή στάσης αναφορικά με την «περιβαλλοντική» της πολιτική και τη στάση της απέναντι στις αντίστοιχες «μη κυβερνητικές» οργανώσεις. Υιοθέτησε μία «οικολογίζουσα» ρητορική, εστιάζοντας στην εύηχη κενολογία “βιώσιμη ανάπτυξη”. Παράλληλα, τα χρήματα που διέθετε για δάνεια για περιβαλλοντικά προγράμματα, και κυρίως οι χρηματοδοτήσεις προς τις «περιβαλλοντικές» οργανώσεις, αυξήθηκαν κατακόρυφα. Έτσι, κατάφερε να μειώσει δραστικά την κριτική εναντίον της και σε ελάχιστο χρονικό διάστημα εξασφάλισε τη στήριξη των περισσότερων από αυτών ή τουλάχιστον τη σιωπηλή συναίνεση στην πραγματοποίηση των σχεδιασμών της. Την ίδια εποχή ξεπετάχτηκαν εκατοντάδες νέες «περιβαλλοντικές» οργανώσεις και εταιρείες, με κάποια περίεργα ως αλλόκοτα προτάγματα, υιοθετώντας τη νεοφιλελεύθερη ρητορική και κακοποιώντας βασικούς όρους και αρχές της οικολογίας. Είχαν ιδρυθεί ή χρηματοδοτούνταν από κρατικά κονδύλια, από υπερεθνικούς εξουσιαστικούς οργανισμούς ή από τα γνωστά ιδρύματα-κολοσσούς των μεγαλοκαπιταλιστών – ολιγαρχών.

Σε αυτά τα πλαίσια, τo 1990, οι δύο νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι που συναντήσαμε πιο πριν (Costanza και Henry Daly) γράφουν ένα άρθρο με τίτλο “Φυσικό κεφάλαιο και βιώσιμη ανάπτυξη”. Γνωρίζοντας τις πρόσφατες εξελίξεις, παρατηρούμε την επιμονή των συντακτών του στην αποτίμηση του “φυσικού κεφαλαίου” και την έμφαση που δίνουν στη διαπίστωση τους ότι ούτε αυτό ούτε οι “οικοσυστημικές υπηρεσίες” αποτυπώνoνται στις αγορές και σε οικονομικούς δείκτες όπως το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν.

Το 1997 ήταν ένα έτος καμπή για τη διάδοση-εδραίωση αυτού του όρου και κυρίως της έννοιας της αποτίμησης των “οικοσυστημικών υπηρεσιών” και της συνεπακόλουθης ποσοτικοποίησης-εμπορευματοποίησης όλων των φυσικών πόρων. Τότε δημοσιεύτηκε το βιβλίο του φερέφωνου της Παγκόσμιας Τράπεζας Henry Daly με τίτλοNature’s Services: Societal Dependence On Natural Ecosystems”. Σε αυτό τίθενται τα θεωρητικά θεμέλια της πλήρους ένταξης των φυσικών πόρων στην καπιταλιστική οικονομία. Το δεύτερο γεγονός-σταθμός που συνέβη το 1997 ήταν η δημοσίευση στο άκρως συστημικό επιστημονικό περιοδικό Nature μίας μελέτης του Costanza και άλλων καθεστωτικών οικονομολόγων και επιστημόνων πάνω στην αποτίμηση των φυσικών πόρων του πλανήτη. Το τρίτο γεγονός-σταθμός ήταν η πρακτική εφαρμογή της παραπάνω θεώρησης στην Κόστα Ρίκα, με το πρόγραμμα “Πληρωμές για Οικοσυστημικές Υπηρεσίες” (Payments for Ecosystem Services, PES).

Ένα χρόνο αργότερα, το 1998, δημοσιεύτηκε μία έκθεση η οποία είχε χρηματοδοτηθεί από την Παγκόσμια Τράπεζα, τη NASA και τα Ηνωμένα Έθνη. Ένα από τα βασικά της συμπεράσματα ήταν η αναγκαιότητα της δημιουργίας μίας διαδικασίας ολοκληρωμένης αποτίμησης των οικοσυστημάτων του πλανήτη. Το ίδιο έτος η Παγκόσμια Τράπεζα, τα Ηνωμένα Έθνη και το Παγκόσμιο Ινστιτούτο Πόρων[1] (World Resources Institute, WRI) έθεσαν τα θεμέλια της δημιουργίας του Millennium Ecosystem Assessment, ενός συστήματος αποτίμησης των παγκόσμιων οικοσυστημάτων και των υπηρεσιών που αυτά μπορούν να παρέχουν. Η πρώτη αποτίμηση έγινε από το 2001 ως το 2005. Σε αυτήν δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στις “υπηρεσίες οικοσυστημάτων”. Εκατοντάδες χορηγοί, μεταξύ των οποίων η Παγκόσμια Τράπεζα και το Ίδρυμα Rockefeller, συνεισέφεραν περίπου 24 εκατομμύρια δολάρια τα τέσσερα χρόνια που λειτούργησε το σύστημα.

Την ίδια εποχή, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90, διάφορα καπιταλιστικά αρπακτικά άρχισαν να αγοράζουν ή να ενοικιάζουν για πολλές δεκαετίες τεράστιες εκτάσεις με δάση ή και άλλους πολύτιμους φυσικούς πόρους, σε διάφορα σημεία του πλανήτη, κυρίως στην Ανατολική, Δυτική και Νότια Αφρική, στην ΝΑ Ασία και στην Κεντρική και Νότια Αμερική. Στις επόμενες δεκαετίες αυτό το φαινόμενο νεο-αποικιοποίησης θα πάρει μαζικές διαστάσεις και θα εξαπλωθεί και σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Οι εμπλεκόμενοι σε αυτήν τη χοντρή μπίζνα ήταν κρατικά Ταμεία Συντάξεων, κτηματομεσιτικές επιχειρήσεις και άλλοι μεσάζοντες, εταιρείες και κοινοπραξίες που διαχειρίζονται κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου, τράπεζες, σύμβουλοι και διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων, χρηματιστικές εταιρείες, εταιρείες τεχνολογίας, εξορυκτικές εταιρείες, μη κυβερνητικές οργανώσεις, «περιβαλλοντικές» οργανώσεις και διάφορα οικολογίζοντα παρτάλια, κρατικές και στρατιωτικές υπηρεσίες και διάφορα άλλα παράσιτα του καπιταλιστικού συρφετού. Συνήθως κάποιοι από αυτούς ήταν απλώς η βιτρίνα. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που πίσω από τη βιτρίνα κρύβονταν η ίδια η Παγκόσμια Τράπεζα και τα παραρτήματα της ή διάφορα ιδρύματα που ανήκουν σε πολυεθνικούς επιχειρηματικούς κολοσσούς.

Οι δηλωμένοι σκοποί αυτής της μπίζνας ήταν η προστασία της βιοποικιλότητας και γενικότερα του περιβάλλοντος, η αύξηση της δέσμευσης του διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα, η ανάπτυξη του οικοτουρισμού, η δημιουργία φυτειών με φυτά που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βιοκαυσίμων, και κυρίως η απόκτηση αδειών ρύπανσης μέσω της αντιστάθμισης άνθρακα. Αυτή η τελευταία είναι ένας μηχανισμός μέσω του οποίου η παγκόσμια βιομηχανία αντισταθμίζει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα ή αερίων του θερμοκηπίου, πληρώνοντας για μια ισοδύναμη μείωση των εκπομπών σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου. Με άλλα λόγια, μέσω αυτής της διαδικασίας συνεχίζει να ρυπαίνει «νόμιμα». Το αν αυτή η μείωση είναι πραγματική ή πλασματική, καθώς και το αν το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου συμβάλλει στην επιβράδυνση της κλιματικής αλλαγής, είναι δύο θέματα που δεν θα μας απασχολήσουν εδώ. Λίγα χρόνια αργότερα, το 2008, ο δημοσιογράφος John Vidal ονόμασε αυτήν την μαζική αγορά οικοσυστημάτων από το υπερεθνικό κεφάλαιο ως μία “μεγάλη πράσινη αρπαγή γης”.

Το 1999 η Παγκόσμια Τράπεζα και το Ίδρυμα MacArthur ήταν οι δύο βασικοί οικονομικοί εταίροι της «μη κερδοσκοπικής» οργάνωσης Forest Trends που είχε ιδρυθεί τρία χρόνια πιο πριν. Στόχος της ήταν η εμπορευματοποίηση των δασικών και ημιδασικών εκτάσεων του πλανήτη. Στην ιστοσελίδα της αναφέρονται (ήδη από το 1999) όλα τα βασικά σημεία του αφηγήματος της σύμπραξης που προωθεί σήμερα (2022) τη χρηματιστικοποίηση της φύσης, και μάλιστα με το ίδιο λεξιλόγιο και την ίδια σύνταξη. Το 2008, με την ευγενική χορηγία μίας σειράς από σπόνσορες από τον τραπεζικό και ευρύτερο επιχειρηματικό-καπιταλιστικό τομέα, η Forest Trends έστησε την Ecosystem Marketplace, μία εταιρεία παροχής πληροφοριών για την “αγορά των οικοσυστημικών υπηρεσιών”.

Τον Φεβρουάριο του 2009 το επιστημονικό περιοδικό Nature δημοσίευσε ένα κείμενο γνώμης με τίτλο “Νatural value” (φυσική αξία). Το κείμενο υπογράφεται από το ίδιο το περιοδικό. Σε αυτό αναπαράγεται το νεοφιλελεύθερο αφήγημα ότι οι περίφημες αγορές (δηλαδή τα διεθνή χρηματιστήρια) δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τις “οικοσυστημικές υπηρεσίες” ως αγαθά προσβάσιμα από όλους, ότι αυτές θα πρέπει να αποτιμηθούν και “να αποκτήσουν πραγματική οικονομική αξία, έτσι ώστε οι άνθρωποι να έχουν κίνητρα για να διατηρήσουν (τους φυσικούς πόρους)”. Μάλιστα προχωρά ένα βήμα πιο πέρα, λέγοντας ότι αυτό θα πρέπει να γίνει άμεσα, στη συγκυρία της οικονομικής ύφεσης: “η οικονομική ύφεση μπορεί να είναι η καλύτερη στιγμή για την εισαγωγή των οικοσυστημικών υπηρεσιών στην πραγματική οικονομία”.

Το 2010 η Παγκόσμια Τράπεζα εγκαινίασε το λεγόμενο πρόγραμμα “Αποτίμησης Πλούτου και Αξιολόγησης (εκτίμησης της αξίας) Οικοσυστημικών Υπηρεσιών” (Wealth Accounting and the Valuation of Ecosystem Services, WAVES). Το WAVES είναι μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος της Παγκόσμιας Τράπεζας, στο οποίο συμμετέχουν ως εταίροι διάφορες υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών, κρατικές υπηρεσίες και οργανισμοί ευρωπαϊκών (κυρίως) χωρών, οργανισμοί-παραρτήματα της Παγκόσμιας Τράπεζας, «περιβαλλοντικές» οργανώσεις που ανήκουν σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, καθώς και «μη κυβερνητικές» οργανώσεις, και ως «πειραματόζωα» χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής. Στην παρουσίαση του αναφέρεται ότι “εγκαινιάστηκε για να βοηθήσει τις χώρες να δημιουργήσουν αποτιμήσεις (καταγραφές) φυσικών κεφαλαίων και για να εξασφαλίσει ότι τα φυσικά περιουσιακά στοιχεία και η αξία τους θα περιλαμβάνονται στις αναπτυξιακές πολιτικές (αυτών των χωρών)”. Τόσο στον τίτλο του προγράμματος όσο και στην σύντομη περιγραφή του χρησιμοποιείται ο όρος “οικοσυστημικές υπηρεσίες (υπηρεσίες οικοσυστημάτων, ecosystem services)”. Τότε η χρήση του όρου αυτού πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Η λέξη που χρησιμοποιείται για την εκτίμηση τους είναι valuation”, δηλαδή αποτίμηση της οικονομικής τους αξίας και όχι μία απλή καταγραφή ή αξιολόγηση των οφελών που προκύπτουν από αυτές. Εξίσου απαρατήρητη είχε περάσει η χρήση του όρου “φυσικά περιουσιακά στοιχεία” (“natural assets”) .

Ένα χρόνο πιο πριν, το 2009, το Ινστιτούτο Παγκόσμιων Πόρων (World Resources Institute, WRI) είχε δημοσιεύσει μία έκθεση με τίτλο “Οι τράπεζες και τα περιουσιακά στοιχεία της φύσης”. Στον υπότιτλο επεξηγείται-σκιαγραφείται το περιεχόμενο της: “Πώς οι πολυμερείς αναπτυξιακές τράπεζες μπορούν να ενισχύσουν την ανάπτυξη, χρησιμοποιώντας οικοσυστημικές υπηρεσίες”. Στην έκθεση αναλύεται το “πώς οι οικοσυστημικές υπηρεσίες μπορούν να ενταχθούν στις βασικές λειτουργίες των πολυμερών αναπτυξιακών τραπεζών” και το πώς “η χρήση των οικοσυστημικών υπηρεσιών ως περιουσιακά στοιχεία” μπορεί να συνεισφέρει στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Επίσης, σε αυτήν γίνεται εκτενής αναφορά στην αποτίμηση της οικονομικής τους αξίας (με παραδείγματα αναλόγων αποτιμήσεων που είχαν πραγματοποιηθεί σε διάφορες του κόσμου) και στη χρησιμότητα τους για τη λήψη αποφάσεων.

Ο φυσικός κόσμος είχε μετατραπεί σε ένα οικονομικό μέγεθος από τους τεχνοκράτες και τα αφεντικά τους. Είχε διαλυθεί σε επιμέρους μέρη, τα οποία έχασαν την ουσία τους και μετατράπηκαν σε περιουσιακά στοιχεία (“assets”). Σε ένα σχετικό τους άρθρο το 2010, η Kathleen McAfee και η Elizabeth Shapiro σημειώνουν: “Ο νεοφιλελεύθερος περιβαλλοντισμός έχει ως αφετηρία την εννοιολογικό διαχωρισμό της φύσης και της κοινωνίας, και κατόπιν τις επανασυνδέει, οικοδομώντας την έννοια της «φύσης» με απλουστευτικό τρόπο, έτσι ώστε αυτή να μπορεί να συμπεριληφθεί σε αυτήν της «οικονομίας»”.

Πλέον το κεφάλαιο και τα κράτη είχαν στρέψει το ενδιαφέρον τους στις οικονομικές απώλειες που είχαν και που θα συνέχιζαν να έχουν από την κλιματική αλλαγή. Το γεγονός ότι η ζωή στον πλανήτη κινδυνεύει με αφανισμό λόγω της καπιταλιστικής ανάπτυξης δεν τους απασχολούσε και πολύ. Όπως είπαμε πιο πριν σε μία προηγούμενη υποσημείωση, έψαχναν (και συνεχίζουν να ψάχνουν) έναν τρόπο να έχουν «και την πίτα γεμάτη και το σκύλο χορτάτο», δηλαδή και να συνεχιστεί απρόσκοπτα η κερδοφορία τους και να μην επέλθει σύντομα η περιβαλλοντική κατάρρευση. Αυτήν τους την πρεμούρα την έντυσαν με οικολογικό μανδύα και την παρουσίασαν ως την μοναδική οδό προς τη σωτηρία της απειλούμενης βιοποικιλότητας και την επίτευξη της (περίφημης πια) βιωσιμότητας.

Το 2006 δημοσιεύτηκε η μελέτη που είχε παραγγείλει η βρετανική κυβέρνηση στον οικονομολόγο Nicholas Stern πάνω τον οικονομικό αντίκτυπο της κλιματικής αλλαγής, γνωστή ως έκθεση Stern. Το 2007 έγινε μία συνάντηση υπουργών της G8 και πέντε ακόμα κρατών στο Potsdam της Γερμανίας προκειμένου να συζητηθεί το θέμα της μείωσης των οικονομικών απωλειών του υπερεθνικού κεφαλαίου λόγω της κλιματικής αλλαγής. Σε αυτά τα πλαίσια, ο ΟΗΕ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέθεσαν στον οικονομολόγο Pavan Sukhden και την ομάδα του να εκτιμήσουν την οικονομική αξία της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημικών υπηρεσιών. Ο Sukhden ήταν ανώτατο στέλεχος της Deutche Bank, σύμβουλος του ΟΗΕ και επιχειρηματίας. Ένα χρόνο μετά, το 2008, ενώ επεξεργαζόταν την έκθεση, ο Sukhden δήλωσε: “τα οικονομικά μοντέλα του 20ου αιώνα φτάνουν στα όρια του τι είναι εφικτό”. Κανένας δεν μπήκε στον κόπο να τον ρωτήσει ποια είναι αυτά τα οικονομικά μοντέλα που φτάνουν στα όρια τους. Παρέλειψε, επίσης, να διευκρινίσει τι θεωρεί ότι είναι εφικτό. Όπως και να’ χει, ήταν μία ακόμα ομολογία αποτυχίας του καπιταλισμού από το στόμα ενός από τα παιδιά του.

Η έκθεση της ομάδας του Sukhden δημοσιεύτηκε το 2011 με τίτλο “Τα Οικονομικά των Οικοσυστημάτων και της Βιοποικιλότητας” (The Economics of Ecosystems and Biodiversity, TEEB). Είδε στην κλιματική αλλαγή τη μεγαλύτερη αποτυχία των (καπιταλιστικών) αγορών, η οποία όμως (σύμφωνα με την ίδια έκθεση) παράλληλα αποτελούσε και πρόκληση για μελλοντική κερδοφορία. Ένα μέρος της έκθεσης είχε συστάσεις προς τις επιχειρήσεις. Πάνω (και) σε αυτές «πάτησε» το 2012 η δημιουργία της λεγόμενης “TEEB for Business Coalition”, μίας πλατφόρμας αποτελούμενης από κρατικούς φορείς, επιχειρηματικούς κολοσσούς, τράπεζες και καθεστωτικές «περιβαλλοντικές» και «μη κυβερνητικές» οργανώσεις. Δύο από αυτές τις τελευταίες ήταν η Conservation International και η WWF. Πρωταγωνιστικό χαρακτήρα στη δημιουργία αυτής της πλατφόρμας είχε η Παγκόσμια Τράπεζα. Σε μία από τις ιστοσελίδες της έκθεσης αναφέρεται ότι βασικός της στόχος είναι “η μελέτη και η τυποποίηση μεθόδων καταγραφής του φυσικού κεφαλαίου, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η αποτίμηση του και η χρήση του από τις επιχειρήσεις”. Το 2014 η πλατφόρμα μετονομάστηκε σε “Natural Capital Coalition” (Συμμαχία για το Φυσικό Κεφάλαιο) και το 2020 σε “Capitals Coalition” (Συμμαχία για το Κεφάλαιο). Αποτελείται από περισσότερες από 400 επιχειρήσεις, οργανώσεις και κρατικούς φορείς, μεταξύ των οποίων η Παγκόσμια Τράπεζα και τα διάφορα υποκαταστήματα της, η WWF (συμμετέχει και στη συμβουλευτική επιτροπή εμπειρογνωμόνων), η Conservation International, η Birdlife International και οι γνωστές τις οικολογικές τους ευαισθησίες ΑΒΝ AMRO, Burberry, Coca-Cola, Dow Chemical, Roche, L’Oreal, Nespresso, Novartis, Repsol, Shell και Walmart.

Το 2016 η πλατφόρμα εγκαινίασε το πρόγραμμα “Natural Coalition Project” με στόχο την αποτίμηση της οικονομικής αξίας των οικοσυστημάτων του πλανήτη. Η έδρα του ήταν το Πανεπιστήμιο του Stanford στις ΗΠΑ. Ανάμεσα στους πολυάριθμους εταίρους του είναι (φυσικά) η Παγκόσμια Τράπεζα και δύο υποκαταστήματα της, η (πανταχού παρούσα) WWF, η Coca-Cola, η Dow Chemical, η Ακαδημία Επιστημών της Κίνας, και δεκαέξι κυβερνητικοί οργανισμοί των ΗΠΑ.

Τον Ιούλιο του 2016 ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Ban Ki-Μoon, μιλώντας στην 14η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη, είπε: “πρέπει επίσης να αποτιμηθούν καταλλήλως τα (φυσικά) περιουσιακά στοιχεία, όπως οι οικοσυστημικές υπηρεσίες, και να αποτιμηθούν σωστά  οι συστημικοί και διασυνδεδεμένοι κίνδυνοι, όπως αυτός που ενέχει η κλιματική αλλαγή”.

Το 2019 το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, σε συνεργασία με τα Ηνωμένα Έθνη και τους μεγαλύτερους οικονομικούς οργανισμούς και συστημικές «περιβαλλοντικές» οργανώσεις του πλανήτη,  προώθησε τη λεγόμενη “Νέα Συμφωνία για τη Φύση” (“Νew Deal For Nature”, ΝDFN). Το ίδιο έτος, στην ιστοσελίδα των Ηνωμένων Εθνών γίνεται λόγος για “πέντε αλλαγές (μετασχηματισμούς) που θα επαναριθμήσουν τη σχέση της ανθρωπότητας με τη φύση”. Μία από αυτές είναι “η καταγραφή της πραγματικής αξίας της φύσης”. Στο σχετικό κεφάλαιο αναφέρεται ότι η Συμφωνία για τη Φύση έρχεται να διορθώσει τη μέχρι τότε αποτυχία ή αναποτελεσματικότητα των καπιταλιστικών χρηματιστηριακών αγορών να αποτιμήσουν την πραγματική συνολική οικονομική αξία των οικοσυστημάτων. Επίσης, σε αυτό επαναλαμβάνεται για μία ακόμα φορά η διαπίστωση ότι κάποιοι δείκτες όπως το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν είναι ανεπαρκείς, καθότι σε αυτούς δεν αποτυπώνεται η συνεισφορά του “φυσικού κεφαλαίου” και των “οικοσυστημικών υπηρεσιών” στην “παραγωγικότητα” και στην “ανθρώπινη ευημερία”, δηλαδή στην υλική ευημερία ενός μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού σε βάρος του υπόλοιπου αλλά και του πλανήτη. Τέλος, προτείνεται “η δρομολόγηση λύσεων που να βασίζονται στις αγορές”,  προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της δραματικής μείωσης της βιοποικιλότητας…

Τo 2021 ιδρύθηκε η “Οικονομική Συμμαχία της Γλασκώβης για το Μηδενικό Ισοζύγιο Άνθρακα” (Glasgow Financial Alliance for Net Zero, GFANZ) ως μία σύμπραξη μεγάλων ιδιωτικών τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών εταιρειών και κρατικών και υπερκρατικών οργανισμών, με δηλωμένο στόχο τη μείωση των εκπομπών ρύπων στην ατμόσφαιρα. Ο πραγματικός στόχος της, βέβαια, είναι άλλος. Με την πρόφαση την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, τα αδίστακτα αρπακτικά της εξουσίας επιχείρησαν να αυξήσουν ακόμα περισσότερο τα κέρδη τους. Με τη GFANZ αναβαθμίζεται αισθητά ο ρόλος του τραπεζικού-χρηματοπιστωτικού συστήματος σε πολιτικό-εξουσιαστικό επίπεδο, με τη δημιουργία ενός συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης, στο οποίο κυρίαρχο ρόλο θα έχει το τραπεζικό-χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο.Η γρήγορη και αποτελεσματική (για το κεφάλαιο) λεηλασία των φυσικών πόρων θα επιτευχθεί με την σύμπραξη-συνεργασία των επονομαζόμενων ξένων «επενδυτών» με τις τοπικές κυβερνήσεις και το εγχώριο κεφάλαιο της κάθε χώρας, καθώς και με τις επονομαζόμενες «μη κυβερνητικές» και «περιβαλλοντικές» οργανώσεις. Οι «επενδυτές» δεν είναι άλλοι από τα καπιταλιστικά αρπακτικά που θα επωφεληθούν από αυτήν: πολυεθνικές εταιρείες και κυρίως τραπεζικοί-χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί. Βέβαια θα ανταμειφθούν για τις υπηρεσίες τους και οι προαναφερθείσες οργανώσεις και οι υπόλοιποι υπηρέτες του κεφαλαίου σε κάθε χώρα (οι διαχειριστές της πολιτικής εξουσίας και οι υφιστάμενοι τους). Σε πρακτικό επίπεδο, αυτή η συνεργασία θα πραγματοποιηθεί με τη δημιουργία των λεγόμενων country platforms”. Σύμφωνα με τη GFANZ, αυτές οι πλατφόρμες αποτελούν τους μηχανισμούς που θα συνενώσουν όλους τους παραπάνω και θα συμβάλλουν στον συντονισμό των κινήσεων τους προκειμένου φτάσουν να υλοποιήσουν τους σχεδιασμούς τους. Ουσιαστικά οι country platformsείναι τα οχήματα μέσω των οποίων το υπερεθνικό κεφάλαιο θα μπορέσει να βάλει χέρι στους φυσικούς πόρους της κάθε χώρας πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά (για τα συμφέροντα του).

Οιcountry platformsδεν είναι μία πρωτοβουλία ή καινοτομία της GFANZ. Είχαν χρησιμοποιηθεί ελάχιστα στο παρελθόν, μέχρι το 2018. Τότε, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, η λεγόμενη Ομάδα των 20 (G20) αποφάσισε να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος και να τις αναβαθμίσει. Τον Οκτώβριο του 2018 δημοσιεύτηκε μία έκθεση της G20, στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στις country platforms”, δίνοντας τις κατευθυντήριες γραμμές για τη χρήση τους από τα εκτελεστικά όργανα των παγκόσμιων εξουσιαστών. Όπως αναφέρεται σε μία έκθεση της GFANZ πάνω στην “κινητοποίηση του ιδιωτικού κεφαλαίου στις αναδυόμενες αγορές και στις αναπτυσσόμενες χώρες”, η οποία δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 2021, η συμμαχία – σύμπραξη βασίστηκε στην έκθεση της G20 του 2018, προκειμένου να σκιαγραφήσει και να συγκεκριμενοποιήσει το ρόλο τους στην απομύζηση των φυσικών πόρων του πλανήτη, με το γνωστό πρόσχημα της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

Τον Σεπτέμβριο του 2021 δημιουργήθηκε το επενδυτικό προϊόν των “φυσικών περιουσιακών στοιχείων (natural assets)” από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (New York Stock Exchange, NYSE) και την εταιρεία -βιτρίνα Intrinsic Exchange Group (IEG), η οποία στήθηκε για τις ανάγκες της υλοποίησης του δυστοπικού σχεδίου που περιγράφουμε σε αυτήν μας την ανάρτηση. Οι τρεις βασικοί της μέτοχοι είναι η Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης (Inter-American Development Bank, ΙDB), το Ίδρυμα Rockefeller και η εταιρεία Aberdare Ventures. Το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης συμμετέχει σε αυτήν την σύμπραξη- κοινοπραξία, κατέχοντας ένα μειοψηφικό κομμάτι μετοχών της IEG. Σημειώνουμε ότι το NYSE είναι μία ιδιωτική επιχείρηση, της οποίας ο μεγαλύτερος μέτοχος είναι η εταιρεία Intercontinental Exchange, η οποία ελέγχεται από τους τραπεζικούς κολοσσούς της Wall Street, Goldman Sachs και Morgan Stanley, καθώς και από τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες Shell, Total Εnergies και British Petroleum (BP).

Η Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης (InterAmerican Development Bank, ΙDB) είναι ένα παράρτημα της Παγκόσμιας Τράπεζας (World Bank). Ο κύριος μέτοχος και μεγαλύτερος επενδυτής σε αυτόν τον τραπεζικό κολοσσό είναι το κράτος των ΗΠΑ. Παρότι από μόνο του δεν έχει την πλειοψηφία των μετοχών της IDB, την ελέγχει μέσω των διαφόρων δορυφόρων του. Αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου για την επιβολή  νεοφιλελεύθερων πολιτικών, κυρίως στις χώρες της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής (και πια σε όλον τον πλανήτη) καθώς και για την εδραίωση της εξάρτηση αυτών των τελευταίων από το κεφάλαιο των ΗΠΑ.

Το Ίδρυμα Rockefeller (Rockefeller Foundation) είναι το βασικό όργανο άσκησης εξουσίας της γνωστής δυναστείας καπιταλιστών-εξουσιαστών, με μακρύ και βρώμικο παρελθόν. Μέχρι σήμερα αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους πόλους εξουσίας στις ΗΠΑ, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, σε όλους σχεδόν τους τομείς της οικονομικής-καπιταλιστικής δραστηριότητας. Τον Οκτώβριο του 2021 ανακοινώθηκε επίσημα η συνεργασία του με τη Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης.

Η Aberdare Ventures είναι μία εταιρεία που διαχειρίζεται κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου, επενδύοντας κυρίως σε μικρές εταιρείες στους τομείς της Υγείας και της Τεχνολογίας. Ο άνθρωπος που την ίδρυσε και τη διευθύνει ήταν πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος στο Ίδρυμα Rockefeller

Στην ιστοσελίδα της IEG εμφανίζονται επτά ακόμα συμμετέχοντες στο εγχείρημα, ως “εταίροι”. Μερικοί από αυτούς αυτοαποκαλούνται «οικολογικές» ή «περιβαλλοντικές» οργανώσεις. Επειδή συνήθως οι εύηχες ονομασίες αυτών των οργανώσεων είναι παραπλανητικές, και πίσω από αυτές κρύβεται μία πραγματικότητα καθόλου οικολογική ή περιβαλλοντική, αμέσως μετά παραθέτουμε μερικά ενδεικτικά στοιχεία για την ταυτότητα και τη λειτουργία κάποιων από αυτές.

Η Conservation International, με έδρα τις ΗΠΑ, αυτοαποκαλείται περιβαλλοντική και μη κερδοσκοπική. Είναι μία ισχυρή και πολυπλόκαμη εταιρεία-οργάνωση, με διασυνδέσεις με όλες τις πτυχές του κατεστημένου των ΗΠΑ. Σημειώνουμε ότι ανήκει σε εκείνην την κατηγορία εταιρειών που δεν πληρώνουν φόρους. Επίσης, σημειώνουμε ότι και οι δωρεές που της γίνονται δεν φορολογούνται, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται και για τους δωρητές και για τους δωρεοδόχους… Το 2020 δήλωσε έσοδα ύψους 163 εκατομμυρίων δολαρίων και δαπάνες (έξοδα) ύψους 154 εκατομμυρίων δολαρίων. Το 2021 τα αντίστοιχα ποσά ήταν 152 και 132 εκατομμύρια δολάρια αντίστοιχα. Η λίστα των ανώτερων-υψηλόβαθμων στελεχών της που διαπλέκονται με το υπερεθνικό κεφάλαιο και ειδικότερα με τις επιχειρήσεις της δυναστείας Rockefeller, με υπερεθνικούς οργανισμούς εξουσίας, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και τα παραρτήματα της, και γενικά με όσους εμπλέκονται στην υπόθεση που εξετάζουμε, είναι πολύ μεγάλη (1, 2).

Η WWF (World Wildlife Fund) είναι (και αυτή) ένας πολιτικός και οικονομικός οργανισμός παρά μία «περιβαλλοντική» οργάνωση. Ιδρύθηκε το 1961 από τον Βρετανό βιολόγο και θιασώτη της ευγονικής Julian Huxley. Ο πρώτος της πρόεδρος ήταν ο πρίγκιπας Βερνάρδος της Ολλανδίας, ένας από τους ιδρυτές της Λέσχης Bilderberg και ένα μέλος της (πανταχού παρούσης) δυναστείας Rockefeller, o Lawrence Rockefeller. Δεύτερος πρόεδρος της ήταν ο Ολλανδός John Loudon, πρόεδρος για δεκατέσσερα χρόνια της γνωστής πετρελαϊκής εταιρείας Shell και μέλος για δώδεκα χρόνια της συμβουλευτικής επιτροπής της τράπεζας Chase Manhattan Bank, η οποία ανήκει… στην οικογένεια Rockefeller. O τρίτος πρόεδρος της ήταν ο Phillip Mountbatten, σύζυγος της βασίλισσας Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου. Χρηματοδοτείται κυρίως από το “1001 Club”, μία κλειστή λέσχη ολιγαρχών-πλουτοκρατών, η οποία ιδρύθηκε από τις βασιλικές οικογένειες της Ολλανδίας και της Μεγάλης Βρετανίας, μαζί με τον Julian Huxley και τον Godfrey Anderson Rockefeller, και στην οποία μέχρι σήμερα η οικογένεια Rockefeller έχει ενεργό συμμετοχή. Είναι ένας από τους βασικούς συνεργάτες της Παγκόσμιας Τράπεζας (1, 2, 3) και των παραρτημάτων της. Χρηματοδοτείται απλόχερα και από ιδρύματα που έχουν ιδρυθεί από Αμερικανούς ολιγάρχες, όπως το Ίδρυμα MacArthur (από το 1986 ως το 2018 εισέπραξε 31,8 εκατομμύρια δολάρια), το Ίδρυμα Moore (185 εκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2021), το Ίδρυμα Packard (6,4 εκατομμύρια δολάρια το 2017), το Ίδρυμα Walton (της πολυεθνικής εταιρείας Wallmart) με 12,9 εκατομμύρια δολάρια από το 2019, το Βezos Earth Fund του Jeff Bezos, ιδιοκτήτη της Amazon και πλουσιότερου ανθρώπου στον κόσμο (μόνο το 2021 έλαβε 100 εκατομμύρια δολάρια) και το Ίδρυμα Rockefeller (400.000 δολάρια το 2019), καθώς και από κρατικά προγράμματα των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας. Εδώ και πολλά χρόνια έχει στενές σχέσεις συνεργασίας (και χρηματοδότησης…) με μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους όπως η Coca Cola, η Nokia, η Canon, η Shell, η Monsanto (1, 2, 3), η ExxonMobil, η HSBC, η Citibank, η Cargill, η McDonalds, η Marine Harvest, η IKEA, η Procter & Gamble η Johnson & Johnson, η Royal Caribbean Cruises και η Rougier, με την Παγκόσμια Τράπεζα, καθώς και με στρατιωτικές υπηρεσίες σε πολλές χώρες του κόσμου (1, 2, 3, 4, 5), μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ. Η σχέση της με τον στρατιωτικό Οργανισμό των ΗΠΑ για τη Διεθνή Ανάπτυξη (United States Agency for International Development, USAID) φτάνει μέχρι τη δεκαετία του ‘80. Εκτός από τις πολύ καλές της σχέσεις με το κατεστημένο των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών, η συνεργασία της με την Παγκόσμια Τράπεζα είναι πολύ παλιά· ξεκίνησε το 1998 με την “WWF-World Bank Alliance”, συνεχίστηκε το 2008 με τη συνδιοργάνωση του Sustainable Finance Forum, to 2012 με την πλατφόρμα “TEEB for Business Coalition”, τo 2014 με την “Natural Capital Coalition”, το 2018 με τη δημοσίευση μίας κοινής έκθεσης και συνεχίζεται ως σήμερα με το πρόσφατα ανακοινωθέν εγχείρημα του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης.

Η οργάνωση BirdLife International είναι άλλη μία περίπτωση οργάνωσης που δηλώνει περιβαλλοντική και μη κερδοσκοπική. Έχει έδρα στις ΗΠΑ και 120 εταίρους σε όλον τον κόσμο. Και αυτή δεν πληρώνει φόρους στο κράτος των ΗΠΑ. Και στην δική της περίπτωση οι δωρεές που της γίνονται είναι αφορολόγητες. Ανάμεσα στους “συνεργάτες” (εταίρους) της IEG αναφέρεται η Caribbean Climate-Smart Accelerator. Δεν πρόκειται για κάποια αυτόνομη (έστω και θεωρητικά) οντότητα. Είναι μία σύμπραξη της Παγκόσμιας Τράπεζας , της Διαμερικανικής Τράπεζας Ανάπτυξης και του πολυεθνικού κολοσσού (με έδρα τη Μεγάλη Βρετανία) Virgin. Αυτοί είναι οι τρεις βασικοί εταίροι της σύμπραξης. Δίπλα τους υπάρχουν δεκάδες ιδιωτικοί και κρατικοί χρηματοδότες.

Η Conservation Strategy Fund είναι μία οργάνωση-εταιρεία με έδρα στις ΗΠΑ. Στη ιστοσελίδα της υπάρχει μία ειδική παραπομπή στην Παγκόσμια Τράπεζα. Ανάμεσα στους πολλούς εταίρους-συνεργάτες της που αναφέρονται σε αυτήν, βρίσκουμε (φυσικά) την Παγκόσμια Τράπεζα, το Παγκόσμιο Ίδρυμα Πόρων, τη WWF, την Conservation International, αλλά και μεγάλα ιδρύματα ολιγαρχών (MacArthur, Packard, Moore, Pew) και κρατικούς φορείς κρατών της Ν. Αμερικής (τα Υπουργεία Περιβάλλοντος του Περού και της Βραζιλίας).

Στην ιστοσελίδα της IEG αναφέρεται ως “συνεργάτης” της σύμπραξης το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας της Κόστα Ρίκα. Σε αυτήν τη χώρα θα πραγματοποιηθεί το πρώτο πιλοτικό πρόγραμμα της IEG. Παρότι αυτό ακόμα δεν έχει μπει σε εφαρμογή, στην ιστοσελίδα της αυτή αναφέρεται σε ενεστώτα χρόνο. Με αυτόν τον τρόπο οι εμπνευστές και υλοποιητές του εγχειρήματος θέλουν να δώσουν προς τα έξω τα μήνυμα ότι η εφαρμογή του είναι γεγονός.

Όσο αφορά στην εταιρεία-βιτρίνα IEG, τον Σεπτέμβριο του 2021, το διοικητικό συμβούλιο αυτής της εταιρείας που ισχυρίζεται έχει τόσο μεγαλόπνοα σχέδια για τον πλανήτη, αποτελείτο από δύο (!) μόνο μέλη. Ένα μήνα μετά, τον Οκτώβριο του 2021, τα δύο μέλη έγιναν τρία. Τον Ιανουάριο του 2022 το διοικητικό συμβούλιο εξαφανίστηκε από την ιστοσελίδα της εταιρείας. Ο ένας από τους δύο (τρεις) έχει τον τίτλο του προέδρου της. Είναι αυτός που εμφανίζεται ως ο άνθρωπος-βιτρίνα που την «έστησε». Είναι πρώην παραγωγός (τριών) ταινιών και βραχύβιο στέλεχος αρκετών εταιρειών στον τεχνολογικό, τραπεζικό, χρηματοπιστωτικό και φαρμακευτικό τομέα. Ο δεύτερος είναι μέλος της οικογένειας RockefellerΟ τρίτος ήταν για δεκαπέντε χρόνια υψηλόβαθμο στέλεχος και αντιπρόεδρος της WWF των ΗΠΑ, και από το 1998 είναι ένας από τους βασικούς συμβούλους της Παγκόσμιας Τράπεζας. Από τους τρεις συμβούλους της εταιρείας, οι δύο συνδέονται με τη Morgan Stanley και ο ένας με την Παγκόσμια Τράπεζα. Μάλιστα, ένας από αυτούς είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Morgan Stanley από το 2012. Σημειώνουμε ότι εδώ και μερικούς μήνες τα ονόματα τους απουσιάζουν από την ιστοσελίδα της εταιρείας. Από τους δέκα managers της εταιρείας, η Παγκόσμια Τράπεζα, η Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης και η Conservation International συνδέονται με τουλάχιστον δύο από αυτούς, και το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, η WWF, η Resolve, η Morgan Stanley και η Exxon Mobile με τουλάχιστον έναν από αυτούς. Μία από τους managers είναι γλύπτρια και φαινομενικά δεν έχει σχέση με το αντικείμενο. Όμως, είναι πρώην συνεργάτης του προέδρου της εταιρείας σε ένα αμφιλεγόμενο πρόγραμμα «ανάπλασης» και στην παραγωγή (τριών) ταινιών…

Η ΙΕG ισχυρίζεται ότι προχώρησε στη δημιουργία του «επενδυτικού προϊόντος» των “φυσικών περιουσιακών στοιχείων (natural assets)” για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών και κοινωνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο πλανήτης. Με έναν ασυνήθιστο όσο και αυθαίρετο τρόπο συνδέει τις αιτίες αυτών των προβλημάτων με οικονομικές παραμέτρους, και την επίλυση τους με οικονομικούς χειρισμούς, φυσικά μέσα στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Ο οικονομίστικος ισχυρισμός ότι η απόλυτη ιδιωτικοποίηση-εμπορευματοποίηση του πλανήτη θα λύσει τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα που ταλανίζουν την ανθρωπότητα, στερείται οποιασδήποτε επιστημονικής βάσης και αντίκειται στην κοινή λογική. Αυτός ο αυθαίρετος ισχυρισμός δεν τεκμηριώνεται πουθενά στην ιστοσελίδα της IEG, έστω και με κάποιον υποτυπώδη τρόπο. Η κλιματική αλλαγή χρησιμοποιείται από τους αδίστακτους εμπνευστές αυτής της νέας δυστοπίας ως πρόφαση για να προωθηθούν οι σχεδιασμοί τους. Ωστόσο, πουθενά στην ιστοσελίδα της δεν γίνεται αναφορά στη γενεσιουργό αιτία των φαινομένων που συνδέονται με αυτήν. Αναφέρονται απλά ως τα δεδομένα μίας υπαρκτής κατάστασης που έχει προκύψει από παρθενογένεση, ως τα συμπτώματα μίας ακατανόμαστης «ασθένειας», τα οποία θα υποχωρήσουν ή θα εξαλειφθούν με τη λήψη οικονομικών μέτρων

Στα μεταλλαγμένα μυαλά των αχυρανθρώπων της IEG και των αφεντικών τους δεν υπάρχουν αγαθά· αντιλαμβάνονται τα πάντα ως εμπόρευμα. Όλοι οι φυσικοί πόροι και όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες θεωρούνται περιουσιακά στοιχεία που πρέπει να ποσοτικοποιηθούν, να αποτιμηθούν και να εμπορευματοποιηθούν, μέσω της εισαγωγής τους σε χρηματιστήρια αξιών. Αντιγράφοντας σχεδόν κατά λέξη την παρουσίαση του προγράμματος WAVES της Παγκόσμιας Τράπεζας το 2010, σημειώνουν ότι μέχρι σήμερα ο καπιταλισμός δεν το έχει πραγματοποιήσει: “το οικονομικό μας σύστημα έχει αποτύχει στη σωστή αναγνώριση και αποτίμηση του φυσικού, ανθρώπινου και κοινωνικού κεφαλαίου”. Οι προθέσεις και οι σχεδιασμοί τους να ελέγξουν τα πάντα, φτάνουν κυριολεκτικά μέχρι τον αέρα που αναπνέουμε: “οφέλη όπως η παραγωγή οξυγόνου ή φρέσκου νερού που παράγονται από τη φύση, δεν περιλαμβάνονται στο εγχώριο ακαθάριστο προϊόν και δεν παρέχουν τα μέσα για την παραγωγή πλούτου”. Όλοι οι οικονομικοί, κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες που κλυδωνίζουν το καπιταλιστικό σύστημα «τσουβαλιάζονται» κάτω από τον οικονομίστικο όρο “εξωτερικότητες”. Η αδυναμία του να τους ελέγξει αποδίδεται στην ανεπάρκεια των πολιτικών αντιμετώπισης τους μέχρι σήμερα (φορολογία, ρυθμιστικοί κανόνες, κρατικές ή ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις, κλπ). Αυτές αποκαλούνται “ανακουφιστικά μέτρα” και “μπαλώματα”.

Όσο αφορά στην υλοποίηση του εγχειρήματος, το πρώτο στάδιο της θα είναι ο εντοπισμός των οικοσυστημάτων που θα αποτελέσουν τα μελλοντικά “φυσικά περιουσιακά στοιχεία”. Τη διαδικασία του εντοπισμού τους θα την αναλάβουν το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (ή όποιο άλλο χρηματιστήριο συμμετέχει στο μέλλον στο εγχείρημα) και τα κράτη, οι δήμοι ή οι ιδιώτες που στην παρούσα φάση είναι οι ιδιοκτήτες τους.Αυτό που η IEG ονομάζει “φυσικά περιουσιακά στοιχεία” είναι δυνητικά το σύνολο των χερσαίων και θαλάσσιων οικοσυστημάτων του πλανήτη.

Το επόμενο στάδιο θα είναι η δημιουργία των λεγόμενων εταιρειών φυσικών περιουσιακών στοιχείων (“Natural Asset Companies”, NACs)από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης και τους ιδιοκτήτες των λεγόμενων “φυσικών περιουσιακών στοιχείων”. Η IEG μας λέει πως ο βασικός σκοπός των εταιρειών φυσικών περιουσιακών στοιχείων θα είναι “η μεγιστοποίηση της οικολογικής απόδοσης και της παραγωγής των υπηρεσιών αυτών των οικοσυστημάτων, των οποίων έχουν τα δικαιώματα και την εξουσία να τα διαχειρίζονται”. Η χρήση του όρου “οικολογική απόδοση” δεν έχει να κάνει με κάποιες οικολογικές ανησυχίες των εμπνευστών του εγχειρήματος. Όπως λένε και οι ίδιοι σε κάποιο επεξηγηματικό τους σχόλιο, συνδέεται με την “παραγωγικότητα” των φυσικών οικοσυστημάτων, με άλλα λόγια συνδέεται με κερδοφορία για τους κατόχους – διαχειριστές τους.

Πλέον η κερδοφορία δεν θα περιορίζεται στην άμεση εκμετάλλευση των προϊόντων τους, αλλά θα επεκταθεί και στην χρηματιστηριακή τους αξία. Το προϊόν – εμπόρευμα θα είναι τα ίδια τα “φυσικά περιουσιακά στοιχεία”, δηλαδή η Φύση. Έτσι, φτάνουμε στο τρίτο στάδιο, που είναι η εισαγωγή αυτών των εταιρειών στο χρηματιστήριο. Στη σημερινή συγκυρία θα εισαχθούν στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, και στο μέλλον σε χρηματιστήρια κι άλλων χωρών, εφόσον το εγχείρημα εξαπλωθεί.

Ο πρωταρχικός στόχος αυτής της κίνησης αναφέρεται με σαφή τρόπο στην ιστοσελίδα της IEG: “η διευκόλυνση της μετατροπής του φυσικού πλούτου σε οικονομικό πλούτο”. Για όσους δεν το κατανόησαν, η ΙΕG το κάνει ακόμα πιο σαφές: “η μετατροπή των φυσικών περιουσιακών στοιχείων σε οικονομικό κεφάλαιο (γίνεται) προκειμένου να παρέχει στους ιδιοκτήτες τους έναν τρόπο για να ωφεληθούν οικονομικά από την αξία τους”. Η χρηματιστηριακή αξία αυτού του κεφαλαίου θα υπολογίζεται με βάση την αξία των λεγόμενων “οικοσυστημικών υπηρεσιών” του ή και των “φυσικών περιουσιακών στοιχείων” που θα κατέχει. Με άλλα λόγια, αν ένα ιδιωτικοποιημένο φυσικό οικοσύστημα αποφέρει κέρδη για την εταιρεία που το κατέχει και το ιδιοποιείται, θα ανέβει και η αξία αυτής της εταιρείας στο χρηματιστήριο. Ήδη έχουν δημιουργηθεί κάποια συστήματα (μέθοδοι) αποτίμησης της αξίας αυτής (Ecosystem Service Valuation, ESV). Όλα τους είναι βασισμένα σε οικονομικά κριτήρια.

Η ιδιοκτησία των NACs μπορεί να αλλάξει με την εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο. Τότε, η πλειοψηφία των μετοχών τους εύκολα θα μπορεί να περάσει στα χέρια του υπερεθνικού κεφαλαίου. Στην ιστοσελίδα της IEG αναφέρονται ως δυνητικοί «επενδυτές», δηλαδή αγοραστές τους, ιδιώτες (φυσικά πρόσωπα ή εταιρείες), κρατικά ή ιδιωτικά ιδρύματα και οργανισμοί, “θεσμικοί επενδυτές” και φυσικά τράπεζες και χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί. Ένας από τους θεσμικούς επενδυτές που θα μπορούσαν να αγοράσουν τις NACs είναι το “Επενδυτικό Ταμείο Συντάξεων της Ιαπωνίας με αποθεματικό 1,6 τρισεκατομμύρια δολάρια”. Κάποιοι άλλοι δυνητικοί αγοραστές είναι “επενδυτές που αποζητούν την ενίσχυση των χαρτοφυλακίων τους”.

Στην ιστοσελίδα της IEG δίνεται με κυνικό τρόπο ένα παράδειγμα «αποτίμησης» των «υπηρεσιών» ενός “φυσικού περιουσιακού στοιχείου”. Διαβάζοντας το γίνεται κατανοητή η εμμονή των αδίστακτων καπιταλιστικών αρπακτικών να αποτιμήσουν και να νομισματοποιήσουν όλους τους φυσικούς πόρους του πλανήτη: “στα τροπικά δάση του Ισημερινού, για παράδειγμα, υπάρχει πετρέλαιο αξίας 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων που κάθεται κάτω από αυτά τα δάση. Αυτό που δεν μπορούμε να πούμε είναι πόση είναι η αξία που έχουν αυτά τα δάση. Πόσο αξίζει ένα τροπικό δάσος; Πόσο αξίζουν οι υπηρεσίες που παρέχει αυτό το δάσος σε βάθος χρόνου; Αυτοί οι αριθμοί δεν υπάρχουν ή υπάρχουν μόνο σε κάποιες ακαδημαϊκές μελέτες. 20 δισεκατομμύρια σε πετρέλαιο απέναντι στην άγνωστη αξία του δάσους και του φυσικού κεφαλαίου που αυτό έχει. Είναι δύσκολο να παίρνουμε αποφάσεις όταν γνωρίζουμε μόνο τα μισά στοιχεία”. Αν αποφασίσουν, για παράδειγμα, να αποψιλώσουν αυτό το τροπικό δάσος, στου οποίου το υπέδαφος υπάρχουν κοιτάσματα πετρελαίου, η χρηματιστηριακή αξία του θα πέσει κάτω από αυτήν που θα έχει υπολογιστεί ότι έχει το κοίτασμα, έτσι ώστε να δικαιολογηθεί η εξόρυξη του. Τότε, πράγματι “δεν θα είναι δύσκολο να παίρνονται αποφάσεις”…

Το παράδειγμα είναι ενδεικτικό των προθέσεων των παγκόσμιων εξουσιαστών. Δεν θα διστάσουν να απομυζήσουν τα εναπομείναντα ενεργειακά αποθέματα και τους φυσικούς πόρους του πλανήτη, αδιαφορώντας για τις ανυπολόγιστες περιβαλλοντικές επιπτώσεις που κάτι τέτοιο θα έχει για τη ζωή σε αυτόν. Αν δεν υπάρξει ριζική αλλαγή πλεύσης, όλα δείχνουν ότι έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για τον όποιο χρόνο παραμονής μάς απομένει στον πλανήτη που βιάζουμε καθημερινά, μέχρι αυτός να μας δώσει αυτό που τελικά αξίζουμε. Αυτή η αλλαγή πλεύσης φαντάζει εξαιρετικά απίθανη, καθώς η εξουσία έχει προετοιμάσει το έδαφος έτσι ώστε οι νεκροζώντανες ανθρώπινες μάζες να αποδεχτούν την πλήρη εμπορευματοποίηση της φύσης και των ζωών τους ως κάτι φυσιολογικό. Σύντομα θα γίνει πραγματικότητα αυτό που έλεγαν κάποτε χωρίς να τρομάζουν: «θα φτάσει η στιγμή που θα πληρώνουμε για τον αέρα που θα αναπνέουμε». Βρισκόμενες σε στάδιο προχωρημένης μετάλλαξης, οι διεφθαρμένες και χειραγωγημένες ανθρώπινες μάζες είτε αδυνατούν, είτε αρνούνται να συλλάβουν και να επεξεργαστούν, είτε αδιαφορούν για τα τεκταινόμενα στην ερεβώδη πραγματικότητα που σχεδιάζεται ερήμην τους και με την ένοχη συναίνεση τους, έχοντας τη ψευδαίσθηση ότι είναι προστατευμένες μέσα στην άλλη, την τεχνητή – εικονική πραγματικότητα που βιώνουν.

Ωστόσο, οι σχεδιασμοί των ολιγαρχών δεν περιορίζονται στα τεράστια οικονομικά οφέλη που προσδοκούν να αποκομίσουν από τη χρηματιστηριοποίηση και τον απόλυτο έλεγχο των φυσικών πόρων του πλανήτη και όλων των ανθρώπινων αναγκών και δραστηριοτήτων που σχετίζονται με αυτούς. Επεκτείνονται στην εξάλειψη της έννοιας των κοινών αγαθών και στην αντικατάσταση της από αυτήν του εμπορεύματος, του οποίου η «αξία» θα υπολογίζεται στις χρηματιστηριακές αγορές. Αυτό το νόημα επιχειρούν να προσδώσουν στην αντίληψη της Φύσης από τον άνθρωπο και στη σχέση του με αυτήν, με στόχο την μετάλλαξη της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης, αφού το εγχείρημα τους περιλαμβάνει και διέπει όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες που άμεσα ή έμμεσα συνδέονται με τη Φύση. Όπως σημειώνει ο Derek Royden, “με έναν τραγικό τρόπο, (οι εταιρείες φυσικών περιουσιακών στοιχείων) φαίνεται να προμηνύουν το τέλος των Κοινών, κάτι που ούτε οι απόλυτοι μονάρχες δεν μπόρεσαν να κάνουν”.

Πέρα από τα κέρδη, ο απώτερος στόχος των εμπνευστών του δυστοπικού ολοκληρωτισμού είναι η επανοηματοδότηση όλων των εκφάνσεων της ζωής, η μετατροπή τους σε προϊόντα – εμπορεύματα και ο απόλυτος έλεγχος τους από τους σύγχρονους φεουδάρχες. Ουσιαστικά οι τελευταίες εξελίξεις σηματοδοτούν το τέλος της φύσης και της ζωής όπως τις γνωρίζαμε και ίσως την αρχή του τέλους της φύσης και της ζωής γενικότερα. Σε κάποιες φάσεις της ιστορίας του ο άνθρωπος έδειξε ότι μπορεί να είναι ένα λογικό, κοινωνικό ον με αίσθηση της συλλογικότητας και με επίγνωση ότι είναι μέρος του φυσικού του περιβάλλοντος που τον γέννησε. Ο μετάνθρωπος στον οποίο σταδιακά μεταλλάσσεται δείχνει να είναι ένα άλογο, ναρκισσιστικό και αδηφάγο είδος, που είναι αποκομμένο από το φυσικό του περιβάλλον και επομένως δεν το σέβεται ούτε στο ελάχιστο. Έχοντας επιλέξει να πορευτεί με ένα κοινωνικό και οικονομικό σύστημα που είναι ο ολετήρας του, διαπράττει την μεγαλύτερη «ύβριν» στην ιστορία του ανθρώπινου είδους. Εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, σύντομα θα επέλθει η «νέμεσις». Όλα δείχνουν ότι αυτή θα είναι πολύ πιο ολέθρια από την διαπραττόμενη «ύβριν».

Το πλήρες κείμενο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

Advertisement