Βίος και Πολιτεία του Νίκου Καζαντζάκη

Το κείμενο που διαβάζετε δεν είναι μία συνολική εξέταση ή κριτική του έργου του Νίκου Καζαντζάκη. Δεν είναι μία λογοτεχνική ανάλυση του. Δεν είναι μία ακόμα αναπαραγωγή επιφανειακών λογοτεχνιζουσών κοινοτοπιών με σκοπό το στρογγύλεμα γωνιών, την ωραιοποίηση και την κατασκευή ειδώλων, κατά προτίμηση εθνικών. Τα προηγούμενα αφθονούν στο κόσμο της λογοτεχνίας, της ποίησης και γενικά των τεχνών στη χώρα που ζούμε. Αλλά ακόμα και να μην αφθονούσαν, είναι πολύ μακριά από την αισθητική, την ιδεολογία και τους στόχους μας.

Στο θαυμαστό αυτό ψεύτικο κόσμο διαχρονικά ευδοκιμεί – και τις τελευταίες δεκαετίες κυριαρχεί – ο φορμαλισμός και η αυθαιρεσία. Είναι το βασίλειο του «μου φαίνεται», «μου δίνει την αίσθηση» «μου βγάζει», όπου όλοι λένε ό,τι «τους φαίνεται» σε παράλληλους μονόλογους, χωρίς να αγγίζουν αυτό το περιττό πια πράγμα που μια φορά κι έναν καιρό λεγόταν επιχειρηματολογία. Έξω από το πεδίο του ορθολογισμού όλα είναι σχετικά και όλα είναι «σωστά», όλοι έχουν δίκιο και όλοι (λένε ότι) είναι ευτυχισμένοι. Ο θαυμαστός αυτός ψεύτικος κόσμος είναι το πεδίο της ρευστότητας, σε αντιδιαστολή με το χώρο των επιστημών (κυρίως των φυσικών, αλλά σε ένα βαθμό και των κοινωνικών), στον οποίο απαιτείται τεκμηρίωση. Σε αυτές τις επιστήμες, σε γενικές γραμμές τα παραπάνω δεν χωράνε, καθώς αυτές διέπονται από τα στοιχεία της αιτιότητας και του ορθολογισμού. Στις τέχνες τα στοιχεία αυτά είναι συγκεχυμένα – και καμιά φορά ανύπαρκτα -, με εξαιρέσεις βεβαίως που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Γι’ αυτό το λόγο, το χώρο αυτό τον έχουν επιλέξει αρκετοί άνθρωποι που δεν έχουν καλή σχέση με τα στοιχεία αυτά. Στο παρόν κείμενο δε θα ασχοληθούμε μαζί τους ή με αυτά που έχουν γράψει ή πει για τον Καζαντζάκη, εκτός αν κρίνουμε ότι αυτό είναι απαραίτητο για τους σκοπούς του.

Στο κείμενο που διαβάζετε, χρησιμοποιώντας ιστορικά, πολιτικά και φιλοσοφικά στοιχεία θα επιχειρήσουμε να κάνουμε μία υποκειμενική παρατήρηση και ερμηνεία του έργου και των πεπραγμένων του Καζαντζάκη, από μία οπτική γωνία που θεωρούμε πως ρίχνει περισσότερο φως στα βασικά τους φιλοσοφικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Όπως είπαμε πιο πριν, δε σκοπεύουμε σε μία συνολική λογοτεχνική προσέγγιση του έργου του. Θα εστιάσουμε κυρίως στις επιρροές του συγγραφέα από συγκεκριμένα ιδεαλιστικά-μεταφυσικά και πολιτικά ρεύματα, καθώς στον τρόπο πρόσληψης και χρήσης τους στα έργα του και στη ζωή του.

Ας δούμε τώρα σύντομα μερικές πτυχές από τα κυριότερα φιλοσοφικά και πολιτικά ρεύματα που τον επηρέασαν. Σε μεγάλο βαθμό η επιρροή αυτή ήταν καταλυτική και απόλυτη: Κάποια στοιχεία τους ο Καζαντζάκης τα αντέγραψε και τα χρησιμοποίησε αυτούσια στα έργα του, κάποια άλλα τα χρησιμοποίησε ελαφρώς παραλλαγμένα και κάποια τα εσωτερίκευσε και κατόπιν τα προσάρμοσε στην ιδιοσυγκρασία του και στην κοσμοαντίληψη του. Σε όλα του τα έργα καταπιάνεται ουσιαστικά με το ίδιο θέμα, αυτό της εμμονής του με τη θεοποίηση. Υποστηρίζουμε επίσης ότι προσάρμοσε ολόκληρη τη ζωή του και το είναι του στις πεποιθήσεις και στα δόγματα που προέκυψαν από τις διαδικασίες που αναφέραμε αμέσως πιο πάνω.

Στο κείμενο αυτό θα επικεντρώσουμε στις θεμελιώδεις φιλοσοφικές θεωρίες που τον επηρέασαν. Επίσης, θα αναφερθούμε με αφαιρετικό τρόπο μόνο στο μέρος των κοσμοθεωριών αυτών που σημάδεψαν τη ζωή και το έργο του. Αυτή η αφαίρεση είναι απαραίτητη για τις ανάγκες του κειμένου, δηλαδή για λόγους οικονομίας χώρου, αλλά και για μην εκφύγουμε των σκοπών του.

Ο ιδεαλισμός και ο Hegel

O ιδεαλισμός κηρύσσει ότι αρχή των πάντων είναι το Πνεύμα. Αυτό, στις διάφορες εκδοχές του, έχει λάβει πολλές ονομασίες: πνεύμα, συνείδηση, θεός, ουσία, απόλυτο, σύμπαν, ζεν, κλπ. Ο ιδεαλισμός μας λέει πως αυτό είναι πίσω και πέρα από ό,τι αγγίζουμε, βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε εμείς οι κοινοί θνητοί. Όχι μόνο είναι πρωταρχικό, άφθαρτο και ανώτερο από τα πάντα, αλλά και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ελέγχει και κατευθύνει τις ζωές μας, το παρόν μας και το πεπρωμένο μας. Εδώ βρίσκεται το κλειδί όλης της υπόθεσης, η ουσία και γενεσιουργός αιτία όλων των θρησκειών και δοξασιών, αρχαίων και σύγχρονων: Δεν είμαστε κύριοι των ζωών μας. Η ύπαρξη μας ορίζεται και εξαρτάται από κάτι υπερφυσικό, αφού αυτό έφτιαξε και εμάς και ό,τι υπάρχει στον κόσμο μας και πέρα από αυτόν. Όλες οι θρησκείες, επομένως, ενέχουν κάποιας μορφή ιδεαλισμό και όλοι οι ιδεαλισμοί δέχονται την ύπαρξη κάποιας μορφής υπερφυσικών οντοτήτων, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν τη μορφή του υπερβατικού «αφέντη» που περιγράψαμε πιο πάνω.

Η φιλοσοφική θεωρία του υλισμού λέει ότι η Ύλη, σε όλες τις μορφές και καταστάσεις της, είναι η αρχή των πάντων, και όλα τα άυλα στοιχεία είναι παράγωγα της. Ο υλισμός θεωρεί ότι οι υπερφυσικές οντότητες του ιδεαλισμού είναι δημιουργήματα του ανθρώπινου νου και ότι η ύπαρξη και η εξέλιξη μας ως ανθρώπινο είδος εξαρτάται από εμάς, από τον εξωτερικό μας κόσμο και από την αλληλεπίδραση μας με αυτόν. Αυτές οι μεταφυσικές οντότητες εμφανίστηκαν σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή της ιστορίας της ανθρωπότητας για πολύ συγκεκριμένους λόγους. Ο υλισμός μας λέει ότι όλες οι αλλαγές και οι μετασχηματισμοί στον κόσμο μας οφείλονται σε φυσικούς νόμους και δυνάμεις, μεταξύ των οποίων η ανθρώπινη σκέψη και πρακτική. Στην κοσμοθεωρία του υλισμού λοιπόν δεν χωράνε θρησκείες και υπερφυσικοί ή μεταφυσικοί αφέντες.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι όταν λέμε ότι κάποιος είναι υλιστής, αυτό δε σημαίνει ότι του αρέσουν οι υλικές απολαύσεις και ότι δεν έχει πνευματικές αναζητήσεις. Αντίστοιχα, όταν λέμε ότι κάποιος είναι ιδεαλιστής, δεν εννοούμε ότι έλκεται από τις ιδέες και την πνευματική ζωή. Αυτές είναι παρανοήσεις και παρερμηνείες που καλλιεργήθηκαν από τους κάθε λογής αυτόκλητους εκπροσώπους του υπερφυσικού τους αφεντικού και συνεχίζουν να αναπαράγονται ως σήμερα για ευνόητους λόγους. Όταν μιλάμε για αυτόκλητους εκπροσώπους εννοούμε είτε αυτούς που πράγματι πιστεύουν στην ύπαρξη του, είτε αυτούς που απλά πουλάνε παραμύθι και τη χρησιμοποιούν στην προπαγάνδα τους για την εδραίωση της εξουσίας τους στο ανθρώπινο κοπάδι που τους πιστεύει και τους ακολουθεί όπως τα πρόβατα το βοσκό.

Ως γνήσιος ιδεαλιστής, ο Hegel πίστευε ότι το Πνεύμα, η διαδικασία της νόησης, είναι ο δημιουργός του πραγματικού κόσμου, και ότι ο κόσμος αυτός αποτελεί την εξωτερική φαινομενική της όψη. Το Πνεύμα έχει ονομαστεί «άπειρη υποκειμενικότητα της Ιδέας» ή απλά Ιδέα ή Παγκόσμιο Πνεύμα. Το Παγκόσμιο Πνεύμα, μας λέει ο Hegel, καθώς κινείται και μετατοπίζεται, μεταβάλλει τον κόσμο. Με άλλα λόγια η πορεία του είναι το ιστορικό και κοσμικό γίγνεσθαι. Σε αυτή τη μεταφυσική του πορεία, περνάει και από τον άνθρωπο, στον οποίο γίνεται η σύνθεση πνεύματος και ύλης. Το Παγκόσμιο Πνεύμα μετέρχεται δηλαδή των ανθρώπων για να εξυπηρετήσει το σκοπό του. Αυτός είναι μία αλήθεια απρόσιτη στον ανθρώπινο νου. Επομένως, αν αναρωτιόμαστε γιατί στο ρου της ιστορίας μάς έφερε πολέμους, σεισμούς, καταποντισμούς και ένα σωρό καταστροφές, η απάντηση είναι πως αυτό δεν είμαστε σε θέση να το κατανοήσουμε επειδή δε γνωρίζουμε τον απώτερο σκοπό του και είμαστε πολύ μικροί και ασήμαντοι για να κατανοήσουμε. Μας αφήνει ένα μικρό παραθυράκι πιθανότητας να το μάθουμε κάποια στιγμή, αφού ο Hegel, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των προγενέστερων του ιδεαλιστών, πιστεύει ότι δεν υπάρχουν διαχρονικά κριτήρια που ορίζουν το τι (δεν) μπορούμε να γνωρίσουμε. Ιδεαλισμός και τελεολογία είναι μερικά από τα εγελιανά στοιχεία που αφθονούν στα έργα του Καζαντζάκη. Για να το πούμε καλύτερα, η τελεολογία του Καζαντζάκη έχει ρίζες στον Hegel και κορμό και κλαδιά δανεισμένα από διάφορες άλλες κοσμοθεωρίες και δόγματα. Η βάση όλων τους είναι ιδεαλιστική.

Από την άλλη, το Πνεύμα αυτό χρειάζεται όμως τον Άνθρωπο για να συνειδητοποιήσει σταδιακά την ταυτότητα του. Εδώ στηρίζεται ο Καζαντζάκης όταν λέει ότι πρέπει να σώσουμε το Θεό που έχουμε μέσα μας. Πιο κάτω θα δούμε από πού αντέγραψε τα στάδια που προτείνει για την πραγμάτωση αυτής της σωτηρίας. Το τελευταίο στάδιο είναι η ταύτιση με το Πνεύμα. Τότε, όταν γίνει αυτό, οι λίγοι, φωτισμένοι και εκλεκτοί που θα το έχουν καταφέρει, θα δουν το όραμα του Αοράτου, όπως λέει, δηλαδή του Παγκόσμιου Πνεύματος του Hegel. Στον Καζαντζάκη το ανθρώπινο πνεύμα είναι μέρος του Παγκόσμιου-Κοσμικού Πνεύματος. Στην Ασκητική, αλλά και σε άλλα βιβλία του, ο άνθρωπος έχει χρέος να σώσει τον κόσμο. Η σωτηρία αυτή είναι η ένωση και η εναρμόνιση με το Παγκόσμιο Πνεύμα του Hegel. Όπως καταλάβατε, όλα αυτά έχουν μία πολύ μεγάλη δόση αυθαιρεσίας και υποκειμενισμού. Στον Καζαντζάκη τα στοιχεία αυτά φτάνουν στην κορύφωση τους και γίνονται το υπόστρωμα ποικίλων αντιφάσεων.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η θεώρηση των ιδεαλιστών για την ελευθερία είναι απόλυτα ατομοκεντρική, όπως άλλωστε και όλη τους η κοσμοαντίληψη. Εμείς από την πλευρά μας δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να είναι ελεύθερος (όποιον ορισμό και να δώσουμε στην ελευθερία) όταν οι υπόλοιποι είναι ανελεύθεροι, και γενικά πως είναι δυνατόν να είσαι υγιής σε μία κοινωνία που είναι άρρωστη. Για εμάς, η ατομική ελευθερία συμβαδίζει με τη συλλογική. Αλήθεια, ποιους μπορεί να εξυπηρετεί η απεμπόληση του συλλογικού στοιχείου από τη φιλοσοφική αναζήτηση και την καθημερινή πρακτική;

Όταν τίθενται τέτοιου είδους ζητήματα, οι ιδεαλιστές τα ξεπερνούν με τον ορισμό που δίνουν στην ελευθερία. Η ελευθερία του Καζαντζάκη είναι πολύ κοντά στην πορεία της ιστορίας του Hegel, είναι η διαρκής ανάβαση προς τη θεοποίηση. Αυτή η διαδικασία μετατροπής της ύλης σε απόλυτο πνεύμα γίνεται μέσα μας, μας λένε. Στον έξω κόσμο μπορεί να γίνονται πράματα και θάματα, όμως αυτά είναι φαινόμενα του νου, δε μετράνε. Η κοινωνική πραγματικότητα είναι κάτι δευτερεύον. Το μέσα μας είναι αυτό που θα μας σώσει, και επειδή μέσα μας έχουμε και το παγκόσμιο πνεύμα ή θεό, θα σωθεί και αυτός μαζί με τη δική μας λύτρωση. Αυτό το τελευταίο είναι βασικό στοιχείο της οντολογίας και όλης της ρητορικής του Καζαντζάκη.

Όλη αυτή η συλλογιστική συντίθεται από ένα σωρό αυθαίρετες και μη αποδείξιμες παραδοχές και δόγματα. Αυτή η διαπίστωση παραβλέπεται ή ακυρώνεται από τους ιδεαλιστές, επειδή είναι γέννημα του νου και ο νους δε μπορεί να συλλάβει όλα τα φαινόμενα. Γι’ αυτό, καλλιεργώντας τη διαίσθηση μας, ίσως κάποτε καταφέρουμε να φτάσουμε στην άβυσσο πίσω από τα φαινόμενα και να συναντηθούμε με τη “μαχόμενη ουσία” που θέλει να συναντηθεί με την ψυχή μας για να μας οδηγήσει στη θέωση. Αυτά πάνω κάτω μας λένε και τα σημερινά νεοθρησκευτικά αποκρυφιστικά ρεύματα, χρησιμοποιώντας βέβαια πιο σύγχρονες ορολογίες, όπως ενέργεια, ζεν, διαλογισμός, κλπ. Κοινή τους μήτρα ο ιδεαλισμός σε όλες του τις εκδοχές.

Στον Hegel η σκέψη-νόηση εξελίσσεται μέσω μίας διαδικασίας σύνθεσης θέσεων και αντιθέσεων. Μέσω αυτής της διαδικασίας το Όλον (η αλήθεια) κρατά από τις θέσεις και τις αντιθέσεις ότι είναι λογικό και χρήσιμο για τη συμφιλίωση τους, έτσι ώστε να κατορθώσει να περάσει σε ένα ανώτερο επίπεδο και να φτάσει στη σύνθεση τους. Η εγελιανή διαλεκτική είναι βαθιά θεολογική και φυσικά ιδεαλιστική. Σύμφωνα με αυτήν, η πραγματικότητα που νοούμε είναι κατατετμημένη. Μέσω της διαδικασίας της σκέψης και της εξέλιξης της επιζητεί τη συνένωση της με το Απόλυτο. Ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί την εγελιανή διαλεκτική, την απλοποιεί, την προσαρμόζει στα δικά του μυστικιστικά-μεταφυσικά πλαίσια, και την ονομάζει ατέρμονη πορεία, ανάβαση ή στροβιλισμό. Αυτήν την τελευταία έννοια θα τη «δανειστεί» από τον Henri Bergson, όταν θα τον ακούσει για πρώτη φορά σε μία σειρά διαλέξεων του στο Παρίσι στα μεταφοιτητικά του χρόνια, και θα ασχοληθεί με τις θεωρίες του τα επόμενα χρόνια.

O νεοβιταλισμός του Bergson

Ίσως η σημαντικότερη επιρροή που είχε ο Καζαντζάκης ήταν ο νεοβιταλισμός του Bergson. O Καζαντζάκης είχε πει γι’ αυτόν: “Ο Bergson ήταν για μένα, αυτό που οι Ινδουιστές αποκαλούν γκουρού, δηλαδή, ένας πνευματικός οδηγός”. Ο βιταλισμός είναι ένα φιλοσοφικό-μεταφυσικό παρακλάδι του ιδεαλισμού, το οποίο αρνείται τη θεώρηση της ζωής ως ένα σύνολο φυσικών φαινομένων τα οποία μπορούν να εξηγηθούν βάσει των νόμων που διέπουν τα γεγονότα του ανόργανου κόσμου. Υποστηρίζει ότι όλες οι ζωτικές λειτουργίες των έμβιων όντων πηγάζουν από μία «ζωτική αρχή» (κατευθυντήρια αρχή ή ζωτική ορμή θα την ονομάσουν οι νεοβιταλιστές). Η συλλογιστική του αυτή βασίζεται σε υπερβατικά – ανορθολογικά στοιχεία, ως εκ τούτου δεν είναι αποδείξιμη.

Ο Bergson υποστήριζε ότι η ανθρώπινη νόηση είναι ικανή να συλλάβει και να γνωρίσει μόνο ό,τι είναι στατικό, και από τα μεταβαλλόμενα στοιχεία μόνο ό,τι μπορεί να μεταφραστεί σε στατικό. Αντίθετα, με την ενόραση είναι δυνατόν να φτάσουμε να γνωρίσουμε το ρέον, το ουσιαστικό, το οποίο είναι κρυμμένο στην άβυσσο πίσω από τα φαινόμενα… Συγκεκριμένα έλεγε ότι “καθετί που είναι ρευστό στην πραγματικότητα διαφεύγει του νου κατά το μεγαλύτερο μέρος του, ενώ εκείνο που είναι καθεαυτό ζωτικό του διαφεύγει εντελώς”. Η ενόραση του Bergson είναι μία υπερβατική – υπερνοητική γνωστική δύναμη που εμφανίζεται σπάνια, όταν εμφανίζεται διαρκεί λίγο, και φυσικά εμφανίζεται μόνο σε κάποιους εκλεκτούς. Ως τέτοια δεν υπόκειται σε κανένα φυσικό νόμο. Ή (θέλεις να) την πιστεύεις ή δεν την πιστεύεις. Take it or leave it. Το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα στοιχεία του βιταλιστικού δόγματος. Το ίδιο ισχύει για όλες τις θρησκείες: Πάντα μας λένε ότι η «ουσία» των πραγμάτων δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή και κατανοητή από το Νου. Αν συνέβαινε το αντίθετο, το ανθρώπινο μυαλό με εξάσκηση και τριβή θα ήταν ικανό να την προσεγγίσει. Όμως, ποια θρησκεία, ποιο δόγμα και ποιος αποκρυφισμός θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο, και πότε αυτά τα μορφώματα προέτρεψαν τον άνθρωπο να σκέφτεται και να αναπτύξει την κριτική του ικανότητα; Πίστευε και μη ερεύνα, μας λένε όλες οι θρησκείες με διαφορετικό τρόπο. Η ουσία είναι κρυμμένη κάπου που δεν μπορεί να τη δει και να την αντιληφθεί ο νους ή ο άνθρωπος όπως είναι, δηλαδή ως οντότητα με νόηση και συναίσθημα. Πρέπει να γίνουμε κάτι άλλο, μας λένε όλες οι θρησκείες και όλοι οι ιδεαλισμοί, για να προσεγγίσουμε την αλήθεια, τον θεό, το απόλυτο, την ουσία και ό,τι άλλο μας ορίζει. Στη διαδικασία αυτή θα μας βοηθήσουν και θα μας καθοδηγήσουν κάποιοι φωτισμένοι άνθρωποι, τους οποίους θα πρέπει να υπακούμε, επειδή αυτοί κατέχουν το μυστικό που εμείς οι πολλοί αναζητούμε. Στον υλισμό θεωρητικά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Δεν υπάρχουν ούτε απολυτότητες, ούτε ενδιάμεσοι, ούτε φωτισμένοι μεσάζοντες.

Η αλήθεια στον ιδεαλισμό και στα αντιλογοκρατικά του παρακλάδια του πάντα βρίσκεται κρυμμένη πίσω από υπερβατικά πέπλα μυστηρίου και μυστικές αβύσσους. Πάντα είναι προσεγγίσιμη από κάποιους λίγους και εκλεκτούς. Ποτέ με το νου και ποτέ συλλογικά. Πάντα με την ενόραση, τη διαίσθηση και γενικά με διαδικασίες που είναι υπερνοητικές. Έτσι, αν κάποιος λογικά σκεπτόμενος τους καταλογίσει ότι όλα αυτά δεν υπάρχουν ή ότι δεν είναι αυτό που μας παρουσιάζεται, η απάντηση είναι ότι οι νοητικές λειτουργίες δεν είναι ικανές να τις προσεγγίσουν και επομένως η κρίση μας αυτή είναι a priori λανθασμένη.

Έτσι λοιπόν, από αυτό το μεταφυσικό μπεργκσονικό δόγμα δε θα μπορούσαν να λείψουν τα αμιγή μυστικιστικά στοιχεία: “Είναι κάποιου είδους αίσθηση, σαν την όραση, στραμμένη όμως προς τα μέσα, που επανακτά την ίδια τη ζωή κάτω από τα πέπλα που την καλύπτουν”. Σύμφωνα με τους βιταλιστές λοιπόν μόνο η ενόραση μας επιτρέπει να συλλάβουμε το βαθύτερο εαυτό μας, ενώ η κακομοίρα η νόηση φτάνει μόνο μέχρι το επιφανειακό Eγώ, αυτό που βλέπουν οι άλλοι σε εμάς. Επίσης, αυτός ο μυστικισμός μας λέει ότι το υλικό στοιχείο πρέπει απαραίτητα να μετουσιωθεί σε πνεύμα. Αυτό είναι δυνατό να γίνει μέσα από την αδιάκοπη «πνευματική άσκηση». Το προαπαιτούμενο της πνευματικής άσκησης είναι κοινό σε όλες σχεδόν τις θρησκείες. Δεν πρόκειται για εξάσκηση του νου γενικά, αλλά για προσήλωση στο δόγμα της κάθε θρησκείας. Και αν κάτι δεν έχει πνεύμα, όπως π.χ. τα βουνά ή τα ποτάμια, τι γίνεται με την υπόθεση της θέωσης του; Επίσης, αν μετουσιωθούν σε πνεύμα οι λίγοι κι εκλεκτοί, εμείς οι υπόλοιποι τι θα απογίνουμε χωρίς σοφούς δίπλα μας; Ας μη ρωτήσουμε τι θα συμβεί αν γίνουμε όλοι πνεύμα. Αυτό δε θα γίνει ποτέ. Λίγοι και προνομιούχοι θα βιώσουν την πλήρη θέωση, όπως και στη χριστιανική βασιλεία των ουρανών “πολλοί γαρ εισί κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί”.

Ο Bergson δεν έκρυβε ότι ήταν επηρεασμένος από το μυστικισμό. Πίστευε ότι υπήρξαν άνθρωποι οι οποίοι μέσω της πνευματικής άσκησης και της μυστικής εμπειρίας μπόρεσαν να εξυψωθούν και να φτάσουν στο θείο στοιχείο. Ένας από αυτούς, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, ήταν ο Άγιος Φραγκίσκος. Στο μπεργκσονικό μυστικισμό θα διαβάσει ο Καζαντζάκης για τον «άγιο» αυτόν και από αυτόν θα εμπνευστεί για να γράψει το βιβλίο του «Ο φτωχούλης του Θεού». Έχοντας διαβάσει αυτά που έγραψε ο Βergson πάνω στο θέμα αυτό, υποθέτουμε ότι αν έγραφε ένα βιβλίο με παρόμοιο θέμα, θα έγραφε περίπου τα ίδια με τον Καζαντζάκη.

Ο Καζαντζάκης μελέτησε τον Bergson και έγραψε μία μελέτη πάνω στην κοσμοθεωρία του. Ουσιαστικά αυτή του έδωσε τα θεμέλια σχεδόν όλου του οντολογικού του προβληματισμού. Σε κάποια σημεία τον αντιγράφει πιστά και αλλού παίρνει την ορολογία του και της προσδίδει θεολογικούς όρους: Αποδέχεται ότι η εξέλιξη της ζωής γίνεται μέσα από συνεχείς μεταμορφώσεις των ειδών, τις οποίες ονομάζει μετουσιώσεις. Την προσπάθεια υπέρβασης της Ύλης θα την ονομάσει αγώνα με την ίδια μας τη φύση. Τη διαρκή δημιουργία και αναπήδηση προς τα πάνω της ζωτικής ορμής (élan vital), που στον Bergson είναι η κινητήρια δύναμη του σύμπαντος, ο Καζαντζάκης θα την ονομάσει ανηφόρα και “στρόβιλο που αιώνια ανεβαίνει”. Η βάση της Ασκητικής είναι ακριβώς αυτή η “δημιουργική ανέλιξη” του Bergson. Πάνω σ’ αυτή τη βάση θα προσθέσει μία αρκετά μεγάλη δόση μυστικισμού, μεταφυσικής και μεγαλόστομης αυθαιρεσίας (ή αυθαίρετης μεγαλοστομίας). Όλα αυτά πάντα στη σφαίρα του φαντασιακού. Θα συμφωνήσουμε με όσους έχουν πει και γράψει πρόσφατα ότι η σκέψη του είναι μία λογική του παραλόγου ή του α-λόγου.

Στον «αγώνα» του θα προσδώσει το ηρωικό στοιχείο λόγω της επίδρασης του Nietzsche στη σκέψη του. Μιλά για έναν ηρωικό αγώνα μέχρι εσχάτων με τη φύση μας για να φτάσουμε τη μπεργκσονική αυθυπέρβαση και να γίνουμε ένα ανώτερο είδος (το «μελλούμενο ον») μέσω της αυτοθυσίας, δηλαδή της θυσίας της οντότητας μας ως «κατώτεροι» άνθρωποι με ύλη και πνεύμα. Στην εξελικτική κλίμακα του Καζαντζάκη αυτός ο ανώτερος άνθρωπος βρίσκεται στο τελευταίο επίπεδο, πάνω από το σημερινό άνθρωπο, τα ζώα και τα φυτά. Η κλίμακα αυτή είναι μεν θεμελιωμένη στη βιταλιστική μεταφυσική, όμως η σύλληψη της έχει τις ρίζες της στην ιεραρχική δομή όλων των θρησκειών, μονοθεϊκών και πολυθεϊκών.

Αλλά και στο ανθρώπινο είδος διακρίνει τρία επίπεδα. Το πρώτο είναι αυτό του Ζορμπά, του διονυσιακού ανθρώπου, του ανθρώπου που ζει μέσα στα πάθη του. Ο Ζορμπάς είναι η ενσάρκωση της κυριαρχίας του πρωτόγονου και του ενστίκτου. Ο Αλέξης Ζορμπάς ήταν ένα ιστορικό πρόσωπο. Είναι παράδοξο ο πιο γνωστός παγκοσμίως ήρωας του Καζαντζάκη (λόγω της ταινίας και του ομώνυμου τραγουδιού) να έχει τοποθετηθεί από το δημιουργό του στη κατώτερη βαθμίδα της αξιακής-εξελικτικής του κλίμακας.

Το αμέσως ανώτερο επίπεδο είναι αυτό του Καπετάν Μιχάλη. Είναι ο άνθρωπος που έχει βγει από τα στενά πλαίσια της ατομικότητας του, έχοντας συνειδητοποιήσει το καθήκον του, “το χρέος του” απέναντι όχι στην ανθρωπότητα, ούτε στην τάξη του, αλλά απέναντι στη φυλή του (στη ράτσα του που θα έλεγε κι ο ίδιος). Αυτό είναι το ενδιάμεσο στάδιο στην πορεία των λίγων κι εκλεκτών προς το ανώτερο επίπεδο, σύμφωνα πάντα με τον Καζαντζάκη, αλλά κυρίως σύμφωνα με αυτούς που έλεγαν τα ίδια πριν από αυτόν.

Το ανώτερο επίπεδο είναι αυτό του Αγίου Φραγκίσκου (Ο Φτωχούλης του Θεού) ή του Χριστού (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται). Είναι αυτό του ανθρώπου που παλεύει για την περίφημη υπέρβαση, δηλαδή για να μετουσιωθεί και να γίνει πνεύμα, φτάνοντας στη θέωση. Για τον Καζαντζάκη το αρχέτυπο αυτό θεωρείται ηρωικό και η πορεία του θυσία. Οι λίγοι και εκλεκτοί που θα το κατακτήσουν κάποτε θα γίνουν οι νιτσεϊκοί υπεράνθρωποι.

Ο Nietzsche και οι απάνθρωποι υπεράνθρωποι

Ο Καζαντζάκης έχει αποκαλέσει το Nietzsche δάσκαλο, μεγαλομάρτυρα, κρυφό πατέρα του και λυτρωτή. Στη σχέση αυτή δε μιλάμε απλά για έμπνευση ή επιρροή. Μιλάμε για ξεκάθαρη αντιγραφή του δασκάλου από το μαθητή. Και ως γνωστόν “με όποιο δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις”.

Ο Nietzsche κήρυττε ότι οι κοινωνίες της εποχής του είχαν παρακμάσει ηθικά και ότι χρειάζονταν μία ριζική αλλαγή, μία αναζωογόνηση. Επειδή ο άνθρωπος δεν ασχολείτο καθόλου με τα τεκταινόμενα στο κοινωνικό πεδίο, μετέφερε την αλλαγή αυτή στο εσωτερικό του ανθρώπου, στο “εσωτερικό Εγώ”. Αυτή η τάση διακρίνει έντονα όλους τους ιδεαλιστές της εποχής που αναφερόμαστε, για να μην πούμε όλους τους ιδεαλιστές μέχρι σήμερα… Βέβαια αυτή η αλλαγή των κοινωνιών που ευαγγελιζόταν απέχει αρκετά από αυτή που φαντάζονται ή που θέλουν να φαντάζονται πολλοί.

Στην κοσμοθεωρία του κυρίαρχο στοιχείο είναι η «θέληση για δύναμη». Στο μυαλό του αυτή είναι μια ιδιότητα που βρίσκεται μέσα σε κάποιους βιολογικά ανώτερους ανθρώπους, αλλά συνήθως δεν εκδηλώνεται, επειδή καταπιέζεται από το υπάρχον ηθικό, κοινωνικό και θρησκευ­τικό πλαίσιο. Αν εκλείψει αυτό, θα βγει στην επιφάνεια η ανθρώπινη τάση για δύναμη, επιβολή, κυριαρχία. Το τονίζουμε: όχι σε όλους, αλλά στους φύσει δυνατούς, τους “κυρίους” όπως τους ονομάζει. Αυτοί παρουσιάζονται ως απόγονοι κάποιων ευγενών φυλών, οι οποίες είναι λευκές και ξανθές: “Στο βάθος όλων αυτών των ευγενών φυλών βρίσκεται το αρπακτικό ζώο, το εξαίσιο ξανθό κτήνος που διψά για λάφυρα και νίκες”. Αυτές οι ευγενείς και συνάμα βάρβαρες φυλές έχουν όμως παρακμάσει και χρειάζονται μία ένεση σθένους για να επανακτήσουν τη χαμένη τους αίγλη. Αυτά τα νιτσεϊκά ρατσιστικά σχόλια περί λευκών ανώτερων φυλών θα τα δούμε αυτούσια και απαράλλαχτα στον Καζαντζάκη.

Στο κοινωνικό επίπεδο πάλι, όλα είναι έμφυτα. Ο καλός φιλόσοφος μας λέει ότι σε κάποιους ανθρώπους είναι έμφυτη η τάση για επιβολή και σε κάποιους άλλους η τάση για υποταγή. Επομένως, ο,τιδήποτε αποτρόπαιο πράξουν οι δυνατοί στον αγώνα τους για επιβολή δικαιολογείται, επειδή η θέληση για δύναμη είναι στη φύση τους. Ο Υπεράνθρωπος αποδέχεται ο,τιδήποτε κάνει τη ζωή έντονη, ακόμα κι αν  αυτό είναι η αδικία, η εκμετάλλευση, η καταπίεση και ο θάνατος. Δεν μπήκε στον κόπο να τα τεκμηριώσει όλα αυτά ή έστω να εξηγήσει ποια θα μπορούσε να είναι η πρακτική εφαρμογή όλων αυτών. Αυτό όμως καθόλου δεν ενόχλησε όσους τον αντέγραψαν και ασπάστηκαν τη μεγαλορρημοσύνη του. Αντιθέτως, γοητεύτηκαν από το μεγαλαυχία του και από το φυλετικό-ρατσιστικό του δόγμα. Κάποιοι στη λογοτεχνία, κάποιοι στη ζωή, και κάποιοι άλλοι και στη λογοτεχνία και στη ζωή. Πραγματικά δεν ξέρουμε ποιοι είναι πιο ηλίθιοι και πιο επικίνδυνοι: τα φασιστικά δίποδα που τον γουστάρουν επειδή είναι ρατσιστής ή τα μαλάκια της εναλλακτικούρας που έχουν τη ψευδαίσθηση ότι δεν είναι.

Ο μεγαλοϊδεατισμός και η έπαρση του Καζαντζάκη έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Nietzsche. Ο Γερμανός έλεγε ότι ήθελε να ιδρύσει μία νέα θρησκεία, ο Καζαντζάκης τον αντέγραψε και σε αυτό. Και οι δύο έμειναν στα λόγια και στις προθέσεις. Και οι δύο μιλάγανε για μετουσιώσεις σε πνεύμα και θεώσεις, αλλά η εγωπάθεια και η μεγαλομανία τους είχε χτυπήσει κόκκινο.  

Οι αδύνατοι, οι “δούλοι», αποτελούν μία κατώτερη ηθική και κοινωνική τάξη για το Γερμανό. H ύπαρξη τους αποτελεί απειλή για τους δυνατούς: Oι άρρωστοι είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τους υγιείς. Η συμφορά για τους δυνατούς δεν έρχεται από τους πιο δυνατούς, αλλά από τους πιο αδύναμους”. Δεν έχει ενδοιασμούς για την τύχη των αδύναμων: «οι αδύναμοι και οι αποτυχημένοι πρέπει να εκλείψουν! Αυτή είναι η πρώτη αρχή της δικής μας αγάπης για τον Άνθρωπο». Δε διευκρινίζει ο καλός φιλόσοφος πως ακριβώς θα εκλείψουν, αλλά μάλλον τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. Γι’ αυτόν οι ιδιότητες του δυνατού-επιτυχημένου και του αδύναμου-αποτυχημένου είναι κάτι στατικό και προκαθορισμένο, ούτε κάτι που σχετίζεται με το εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο. Και φυσικά δεν του περνάει από το μυαλό ότι σε μία εντελώς διαφορετική κοινωνική πραγματικότητα όλα αυτά μπορεί και να έχαναν το νόημα τους…  

Και στο Nietzsche και στον Καζαντζάκη υπάρχει μία μεγάλη απέχθεια για τους άρρωστους και τους αδύναμους. Σε αυτούς τους τελευταίους κατατάσσουν και τις γυναίκες. “Η Γυναίκα ήταν το δεύτερο λάθος του Θεού» είχε πει ο Nietzsche. Τα ίδια και χειρότερα έλεγε, όπως θα δούμε πιο κάτω, ο Καζαντζάκης. Οι ρατσιστικές θέσεις και των δύο πηγάζουν από την καρδιά της ρατσιστικής τους ιδεολογίας. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ένα από τα δύο άτομα που ο Καζαντζάκης έλεγε ότι εκτιμούσε ιδιαίτερα ήταν ο Πέτρος Βλαστός, γνωστός εθνικιστής, φυλετιστής, σκληροπυρηνικός υπέρμαχος της ευγονικής, και σαφώς επηρεασμένος από το Nietzsche.

Αν οι αδύναμοι επιχειρήσουν να ξεπεράσουν την αδυναμία τους, θα μεταχειριστούν διάφορα θεμιτά και αθέμιτα μέσα για να το επιτύχουν. Τότε θα ξυπνήσει μέσα στους δυνατούς το αρχέγονο αίσθημα της δύναμης, το οποίο θα τους ωθήσει στην καταστολή των εξεγερμένων. Στην καταστολή αυτή δεν θα έχουν κανενός είδους ηθικούς ή άλλους περιορισμούς. Όταν μιλά για αυτήν την κατάσταση χρησιμοποιεί τη λέξη ελευθερία. Οι ηθικοί φραγμοί είναι οι περιορισμοί που θέτουν στους δυνατούς οι διάφορες θρησκείες και γενικά όλα τα κηρύγματα περί δικαιοσύνης και ισότητας ή ισοτιμίας. Αυτό εννοεί όταν μιλά για το “Θεό που πέθανε”, αυτή είναι η κοινωνία που πρέπει να ξεπεραστεί για να φτάσουμε στην ταξική και ολοκληρωτική κοινωνία των δυνατών. Μόνο οι δυνατοί, οι εκλεκτοί, είναι σε θέση να περάσουν στο ανώτερο στάδιο ύπαρξης, αυτό του Υπερανθρώπου. Αυτό το στάδιο, στο φαντασιακό του Nietzsche βρίσκεται ένα επίπεδο πάνω από το ανθρώπινο. Ο Υπεράνθρωπος θα είναι κάπου ψηλά, και σύμφωνα με το Nietzsche δε θα μπορεί κανείς να τον κατανοεί απόλυτα, η παρουσία του θα εμπνέει φόβο. Τότε όμως, αν υποθετικά εκλείψουν οι αδύνατοι και όλοι οι υπόλοιποι ανεβούνε εκεί ψηλά και γίνουν υπεράνθρωποι, σε αυτόν το νιτσεϊκό “υγιή και ισχυρό κόσμο” ποιος θα μείνει κάτω για να τους σκιάζεται; Αν εκλείψουν οι άνθρωποι, θα χάσουν το νόημα και την υπόσταση τους οι υπεράνθρωποι. Όπως είπαμε πιο πριν όμως, σε αυτό το θεωρητικό κατασκεύασμα αυτό δε θα συμβεί ποτέ. Το ζητούμενο για το Nietzsche και τους ομοϊδεάτες του είναι να υπάρχουν αενάως αφέντες και δούλοι, δυνατοί και αδύναμοι, άνθρωποι και υπεράνθρωποι.

Ο Nietzsche απορρίπτει ως “οχλοκρατία” το καθεστώς που εγκαθίδρυσε η Γαλλική Επανάσταση. Ο «μαθητής» του Νίκος Καζαντζάκης θα προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα λέγοντας ότι το σύνθημα της για ελευθερία, ισότητα και αδελφοσύνη “είναι ένα δόλωμα για τους αμαθείς και τους ηλίθιους”. Και φυσικά σε αυτούς δε συγκαταλέγει τον εαυτό του. Στη διατριβή του για το Nietzsche κατακρίνει τους σοσιαλιστές ως αφελείς ονειροπόλους. Μερικά χρόνια αργότερα ο ίδιος άνθρωπος θα δηλώσει αριστερός. Και μέχρι σήμερα ελάχιστοι είναι αυτοί που βγήκαν δημόσια και τον έκραξαν. Ο Nietzsche εκθειάζει ανοιχτά τον ολοκληρωτισμό και την «εξουσία των ισχυρών και αρίστων». Πιστεύει κι αυτός ότι οι λογικές της ισότητας «ωθούν το ανθρώπινο είδος στην κυριαρχία του μετρίου και σπρώχνουν το επίπεδό του χαμηλότερα». Τι σύμπτωση! Όλοι οι ιδεαλιστές διανοούμενοι πάνω κάτω το ίδιο πιστεύουν. Ανάμεσα τους και ο Καζαντζάκης.

Για το Nietzsche η κοινωνικότητα καταπνίγει τον «αγώνα» για επικράτηση των ισχυρών πάνω στη μάζα των ανίσχυρων. Η ηθική και το δίκαιο είναι τα δεκανίκια των ανίσχυρων στον αγώνα τους εναντίον των ισχυρών. Το ίδιο – και ακόμα περισσότερο – και οι θρησκείες. Καταδικάζει λοιπόν τις θρησκείες και τους θεούς, επειδή δεν αφήνουν τον άνθρωπο να στηριχτεί στις δικές του δυνάμεις, προσφέροντας του ηθικά δεκανίκια. Χωρίς αυτά θα ήταν πιο εύκολος ο διαχωρισμός των δυνατών από την αγέλη. Εδώ εδράζεται η εναντίωση του Καζαντζάκη στο χριστιανισμό και σε όποια θρησκεία και ηθικό, πολιτικό ή φιλοσοφικό σύστημα ευαγγελίζεται την κοινωνική ισότητα ή ισοτιμία, ή έστω κάνει λόγο για ισότητα έναντι του Θεού (κάτι πολύ διαφορετικό από την κοινωνική ισοτιμία). Όλα αυτά τα βάζει στο ίδιο τσουβάλι και θεωρεί – όπως άλλωστε και ο πνευματικός του πατέρας – ότι αποδυναμώνουν το status quo της υποταγής των μαζών, και επιβραδύνουν τον «αγώνα» που θεωρεί ότι οφείλει να κάνει ο άνθρωπος για να υπερβεί τη φύση του. Η αποδοχή και εξάπλωση των θεωριών αυτών είναι ένα σοβαρό εμπόδιο στην πραγμάτωση και των προσωπικών υπερανθρωπικών του φαντασιώσεων, αφού κατατάσσει τον εαυτό του στην ομάδα των ισχυρών.

Ακολουθώντας πιστά τον πνευματικό του πατέρα, ο Καζαντζάκης ενστερνίζεται την άποψη του για την αναγκαιότητα της θανάτωσης του Θεού. Στο φαντασιακό του τον αντικαθιστά το Εγώ, το Υποκείμενο, συγκεκριμένα ο ίδιος ως συγγραφέας – δημιουργός. Η διαδικασία της συγγραφής – δημιουργίας θα τον οδηγήσει στο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κέντρο των πάντων, ως «Θεό». Ο εγωκεντρισμός του και ο υπερφίαλος μεγαλοϊδεατισμός του έχουν θεμέλια στην πολύ ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του και στη νιτσεϊκή κοσμοαντίληψη.

Στην ίδια διατριβή γράφει: “Ο Νίτσε είναι κατά των ασθενών την θέλησιν, φάρμακον τελεσφόρον και επικίνδυνον, θεραπεύει τελείως – ή φονεύει. Όσοι, – άνθρωποι ή λαοί – δύνανται, χωρίς να συντριβώσιν ή να γελοιοποιηθώσιν, ν’ ανθέξωσιν εις την φιλοσοφίαν του και ν’ ακολουθήσωσιν ηρωικώς και αρμονικώς αυτήν, είναι προωρισμένοι δια την ζωήν και την κυριαρχίαν. Οι λοιποί διά την εξαφάνισιν και τον οίκτον”. Αυτό που παρουσιάζει ως μία πραγματικότητα είναι αυτό που θα επιθυμούσε ή αυτό που φαντάζεται, δηλαδή ότι ή θα ακολουθήσουμε τη φιλοσοφία του Nietzsche ή θα εξαφανιστούμε.

Η ελευθερία στον Nietzsche ορίζεται με αυστηρά ατομοκεντρικά κριτήρια και με έναν πολύ περίεργο αντικοινωνικό τρόπο που εμείς οι κοινοί θνητοί αδυνατούμε να κατανοήσουμε: «Γιατί, τι είναι ελευθερία; Είναι το να έχεις τη θέληση να αναλάβεις την ευθύνη για τον εαυτό σου. Το να διατηρείς την απόσταση που μας χωρίζει τον έναν απ’ τον άλλο. Το να γίνεις πιο αδιάφορος απέναντι στον κόπο, τη στέρηση , ακόμα και την ίδια τη ζωή. Το να έχεις τη θέληση να θυσιάσεις για την υπόθεσή σου ανθρώπους, χωρίς να εξαιρείσαι και εσύ ο ίδιος». Αυτό το “να έχεις τη θέληση να θυσιάσεις για την υπόθεση σου ανθρώπους” πρακτικά πως ερμηνεύεται άραγε; Σημειώνουμε ότι και εδώ υπάρχει έντονο το στοιχείο της θυσίας, όσο μακάβριο και απάνθρωπο και αν ακούγεται. Από την άλλη, μπορεί πάλι να είμαστε εμείς αυτοί που δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε το βαθύτερο νόημα αυτών των υψηλών ιδεών… Μπορεί το να θυσιάζεις για την υπόθεση σου ανθρώπους να είναι μία από αυτές. Εμείς πάλι πιστεύουμε ότι η ναζιστική ιδεολογία και πρακτική όπως τη βίωσε η ανθρωπότητα στη δεκαετία του ’30 και στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο είναι ένα παράδειγμα του τι εννοούσε ο Nietzsche.

 Όταν μιλά (και αυτός και όσοι ασπάστηκαν τις ιδέες του) για παρακμή της κοινωνίας, εννοεί πρωτίστως την παρακμή της τάξης των δυνατών. Εννοεί πως είχαν γίνει μαλθακοί και ανεκτικοί απέναντι στην αγέλη των αδύνατων. Θα πρέπει λοιπόν να ξαναβρούν τη ρώμη των παλιών αυταρχικών ευγενών και των πατριαρχικών ομηρικών ηρώων για να εγκαθιδρύσουν το καθεστώς του Υπερανθρώπου, ο οποίος “θα ελευθερώσει ξανά τη θέληση και θα δώσει ξανά στη Γη το σκοπό της και στον Άνθρωπο την ελπίδα του”. Εδώ ο Άνθρωπος ταυτίζεται με τους δυνατούς και η Γη με το καθεστώς τους. Η εξουσία τους θα πρέπει να είναι σκληρή και αμείλικτη για να συντριβούν και να εξαφανιστούν (“να εκλείψουν”) οι αδύναμοι. Το ξανατονίζουμε: οι «αδύναμοι» των κάθε λογής φασιστικών ιδεολογημάτων δε θα εκλείψουν από μόνοι τους. Αναρωτιόμαστε μόνο γιατί οι «διανοούμενοι» των ιδεολογημάτων αυτών δε μας διευκρινίζουν πως ακριβώς θα εκλείψουν…

Η σύλληψη αυτή του Nietzsche για την παρακμή της κοινωνίας μεταφέρεται σχεδόν αυτούσια σε έναν άλλο Γερμανό αντιορθολογικό εθνικιστή, από τον οποίο ο Καζαντζάκης έχει πάρει μερικά ακόμη «δάνεια»: τον Oswald Spengler. Και αυτός θα μιλήσει για την «Παρακμή της Δύσεως» και θα επιμείνει στο χαρακτήρα του μεσοπολέμου ως μία προσωρινή, μεταβατική εποχή. Επίσης, δέχεται τη θεωρία της ζωτικής ορμής και όλα τα φυλετικά και πρωτοφασιστικά ιδεολογήματα που ήταν σε άνθηση εκείνη την εποχή. Θα προσδώσει όμως σε έννοιες όπως το «αίμα» και η «φυλή» ένα μεταφυσικό, σχεδόν μυστηριακό, χαρακτήρα. Το φίλτρο αυτό του Sprengler φαίνεται έντονα στα πρώιμα κυρίως έργα του Καζαντζάκη. Αυτό θα τον γοητεύσει πιο πολύ κι από το ίδιο το περιεχόμενο των έργων του Spengler. Δώσε του δύναμη και μεταφυσική ηρωολαγνεία και πάρε του τη ψυχή.

Ο Καζαντζάκης αποδέχτηκε πλήρως τη θεωρία του Nietzsche περί Υπερανθρώπου, την αντέγραψε και την εσωτερίκευσε. Είναι εμφανής η ιδέα αυτή σε όλα σχεδόν τα έργα του. Επιπλέον, η ιδέα του Υπερανθρώπου τον κυρίευσε και σε προσωπικό επίπεδο. Όπως παρατηρεί και η πρώτη του σύζυγος του Γαλάτεια Καζαντζάκη, μέσα στη μεγαλομανία του αυθυποβλήθηκε ότι στη ζωή του θα μπορούσε να γίνει ο ίδιος ο Υπεράνθρωπος του Nietzsche. Στο βιβλίο του «Νίκος Καζαντζάκης, Τέχνη και Μεταφυσική» ο Στάθης Μάρας παρατηρεί ότι από αυτήν την αντίληψη πήγασε και ο μεσσιανισμός του που κυριαρχεί στη ζωή και στο έργο του.

Και ο Nietzsche θα απορρίψει το Νου και το Λόγο ως ανεπαρκή για να εξηγήσουν τα φαινόμενα. Μας προτρέπει να υπερβούμε το πεδίο της πραγματικότητας και να φτάσουμε σε ένα άλλο πεδίο, το υπερπραγματικό. Έχουμε δύο πλευρές, λέει. Η πραγματιστική πλευρά μας κρατά στο πρώτο πεδίο, αλλά η άλλη, η μεταφυσική (πανταχού παρούσα…), μας καλεί να πάμε στο άλλο, το ιδεατό. Και αυτά τα στοιχεία της θεωρίας του Nietzsche θα τα αντιγράψει αυτούσια ο Καζαντζάκης στο έργο του. Το κάλεσμα στο υπερπραγματικό θα το ονομάσει Κραυγή. Εκτός από τη βούληση για δύναμη, τον πόθο για ένταση και για κυριαρχία, τους υπερανθρώπους και τις κραυγές τους, από το Nietzsche ο Καζαντζάκης θα δανειστεί τον ελιτισμό, το γνωσιολογικό, ηθικό και μεταφυσικό μηδενισμό, και εν μέρει το μεσσιανισμό. Επίσης, οι συμβολισμοί και οι αντιφάσεις τους στον Καζαντζάκη είναι πανομοιότυποι με αυτούς του Nietzsche. Ο Χριστός – σύμβολο και πρότυπο ζωής στο Nietzsche είναι ο Χριστός – σύμβολο αγώνα στον Καζαντζάκη. Του αγώνα όπως αυτός τον εννοεί. Τις ίδιες κραυγαλέες ομοιότητες παρατηρούμε και στην αντίληψη τους για την Παλαιά Διαθήκη. Για την Παλαιά Διαθήκη ο Nietzsche είχε μία προτίμηση επειδή “στάζει αίμα και ο Θεός εκεί είναι αγριωπός, πολεμιστής που σφάζει”. Μερικά χρόνια μετά ο Καζαντζάκης θα γράψει στην «Αναφορά στο Γκρέκο»: “Ένα μόνο βιβλίο υπάρχει, γιατί δεν είναι από χαρτί, μα στάζει αίμα, όλο σάρκα και κόκαλα: Η Παλαιά Διαθήκη”.

Ένα αρκετά μεγάλο μέρος της κοσμοθεωρίας του Nietzsche χρησιμοποιήθηκε από τους Ναζί. Κατά τη γνώμη μας, παρά τις πολλές αντιφάσεις της, στον πυρήνα της και σε αρκετά θεμελιώδη της σημεία, η νιτσεϊκή κοσμοαντίληψη είναι συγγενής, αν όχι ταυτόσημη, με αυτή των Ναζί. Δε θα επιμείνουμε σε αυτό, γιατί μία τέτοια αναλυτική σύγκριση δεν είναι μέσα στα αντικείμενα του κειμένου. Απλά θα αναφέρουμε σύντομα αμέσως μετά μερικά νιτσεϊκά στοιχεία που χρησιμοποίησε ο γερμανικός ναζισμός. Αυτά βοηθούν σε κάποιο βαθμό στην εξήγηση της (πολύ προβληματικής) στάσης του Καζαντζάκη απέναντι στους Ναζί, στην ιδεολογία τους και σε συγγενείς σε αυτήν ιδεολογίες.

Στο βασικό ιδεολογικό μανιφέστο του ναζισμού «Ο Αγών μου», ο Hitler μιλάει ξεκάθαρα για ένα φυλετικό και όχι ταξικό αγώνα. Μέσω ενός φυλετικού πολέμου θα αποκτηθεί ο ζωτικός χώρος που χρειάζεται η Γερμανία για να δράσει και να επανακτήσει τη χαμένη εθνική περηφάνια των Γερμανών και γενικά της άριας φυλής. Στο μανιφέστο αυτό ο γερμανικός επεκτατισμός είναι δικαίωμα του ναζιστικού καθεστώτος, στα πλαίσια του ιδεολογήματος του ζωτικού χώρου που υποστήριζε ότι αυτός έλειπε στη Γερμανία και στους συμμάχους της την εποχή εκείνη. Αυτό εννοούσε ο Καζαντζάκης όταν έγραψε – όπως θα δούμε πιο κάτω – ότι εκείνη την εποχή τα δυνατά έθνη “πνίγονται στα σύνορά τους, δεν έχουν πού ν’ απλωθούν”.

Ο Hitler υπερασπίζεται την ύπαρξη ανώτερων και κατώτερων φυλών. Υποστηρίζει ότι γερμανικός λαός έχει αριστοκρατικά στοιχεία που έμειναν ανόθευτα στο πέρασμα του χρόνου και που θα χρησιμοποιηθούν για τη διαιώνιση του ναζιστικού ιδεώδους, όπως χαρακτηριστικά ονομάζει την απάνθρωπη φασιστική φρίκη. Δίπλα στους διανοητικά και σωματικά δυνατούς και αδύνατους, τοποθετεί μία μέση τάξη με ασαφή ρόλο. Πάντως είναι αναμφισβήτητος ο ιστορικός ρόλος των δυνατών και της δύναμης τους: “το νικηφόρο ξίφος των δυνατών βάζει τον κόσμο ολόκληρο στην υπηρεσία ενός ανώτερου πολιτισμού”. Η δύναμη είναι πανταχού παρούσα. Οι Ναζί μιλάνε συνεχώς για τη «θέληση για δύναμη», τοποθετώντας τη κι αυτοί στον κόσμο των δυνατών. Παρότι όμως θεωρούν ότι αυτή είναι έμφυτη σε αυτήν την κατηγορία ανθρώπων, επιμένουν στην αναγκαιότητα της “ανάπτυξης της δύναμης της θέλησης” ανάμεσα στους νέους, δηλαδή στη νεολαία των δυνατών. Αυτό θα γίνει μέσω της Παιδείας, δηλαδή της πλύσης εγκεφάλου. Αν από το πρωί ως το βράδυ το παιδί υφίσταται πλύση εγκεφάλου για το ιδανικό της δύναμης που έχει μέσα του και που πρέπει να αναπτύξει, λογικό και επόμενο είναι όταν μεγαλώσει να γίνει Ναζί και να πιστεύει ότι ανήκει στους προνομιούχους, ότι όλα τα σκατά που έχει στο μυαλό του είναι έμφυτα και κληρονομημένα από τους ένδοξους προγόνους του. Αναμενόμενο είναι να νιώθει περήφανος γι’ αυτά τα σκατά και να είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα εις βάρος των «μιασμάτων» για να τα προστατεύσει και να τα διαιωνίσει. Αυτό βέβαια δεν ισχύει μόνο για τους Ναζί, αλλά διαχρονικά για όλα τα είδη προπαγάνδας, λιγότερο ή περισσότερο χοντροκομμένης ή επιστημονικής. Και ο νοών νοείτω.

Ο μηχανισμός επιβολής της ιδεολογίας τους και της διαιώνισης της νέας αυτής κοινωνικής πραγματικότητας που θα προέκυπτε μετά την πλήρη επικράτηση των δυνατών, είναι το Κράτος, του οποίου θα ηγείται ένας ηγέτης-καθοδηγητής (führer) που θα επιβάλλει τη θέληση του στη μάζα και θα επιλέγει τους αποτελεσματικότερους λακέδες του στις θέσεις εκτέλεσης των αποφάσεων του. Αυτός είναι ο ναζιστικός υπεράνθρωπος. Το Κράτος θα ήταν το όχημα της επικράτησης του δήθεν ανώτερου πολιτισμού που θα δημιουργούσαν οι Ναζί, στον οποίο δε θα είχαν θέση οι αδύναμοι και όλες οι κατώτερες φυλές. Αυτήν τη μελλοντική κατάσταση, μετά τις εθνοκαθάρσεις, τις γενοκτονίες και το ξεπάστρεμα των λεγόμενων αδύναμων, ο Hitler την ονομάζει … “ανθρώπινη απελευθέρωση”: “Εμείς και μόνον απ’ το γεγονός ότι είμαστε άριοι, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε το Κράτος σαν έναν οργανισμό που εκπροσωπεί το λαό, οργανισμό που όχι μόνο εξασφαλίζει την ύπαρξη αυτή του λαού, αλλά ακόμη αναπτύσσοντας τις ηθικές και διανοητικές του ικανότητες τον κάνει να φθάσει στην ανώτατη βαθμίδα της ανθρώπινης απελευθέρωσης”.Οι φασίστες και οι ρατσιστές κάθε είδους, όταν μιλάνε αόριστα για τον Άνθρωπο εννοούν τους φυλετικά δυνατούς του φαντασιακού τους κατασκευάσματος, και όταν μιλάνε για κοινωνία εννοούν την τάξη των δυνατών του ίδιου ιδεολογήματος. Η ιστορία έδειξε ξεκάθαρα τι εννοούσαν με τον όρο ανθρώπινη απελευθέρωση. Δυστυχώς, πολλοί δεν έχουν πάρει ακόμη το μάθημα.

Σε όλα αυτά υπάρχουν πάμπολλες αντιφάσεις και αρκετή δόση ανορθολογισμού. Λογικό είναι αυτό. Το σπίτι είναι γερό αν στηρίζεται σε γερά θεμέλια. Παρατηρούμε όμως ότι τόσο το περιεχόμενο των ναζιστικών ιδεολογημάτων όσο και οι αντιφάσεις τους είναι πάρα πολύ κοντά σε αυτά του Nietzsche. Υπάρχει μία ιδεολογική γειτνίαση στον πυρήνα των κοσμοαντιλήψεων τους. Στη δεκαετία του ’30 ο θεωρητικός του ναζισμού Alfred Baeumler ανέλαβετο έργο της χρήσης της νιτσεϊκής φιλοσοφίας για τις ανάγκες του ναζισμού: «Οι φιλοσοφικές ιδέες του Νίτσε είναι το υλικό για μια επικείμενη ναζιστική φιλοσοφία». Στο βιβλίο “Ο Νίτσε ως φιλόσοφος και πολιτικός” που θα εκδώσει το 1931 για τους λόγους αυτούς, επιμένει στη χρήση της λέξης αγώνας. Πέντε χρόνια πιο πριν είχε εκδοθεί το βιβλίο “O Αγών μου” του Χίτλερ. Ο Baeumler παρουσιάζει το έργο του Nietzsche ως ένα αγώνα ενάντια στις παρηκμασμένες αξίες της εποχής του και στους ηθικούς φραγμούς που έβαζαν το τότε κοινωνικό πλαίσιο στον Άνθρωπο (δηλαδή στους εκλεκτούς) στον αγώνα του να τα υπερβεί και να γίνει Υπεράνθρωπος. Η αποδοχή του σε μεγάλο βαθμό από τις γερμανικές μικροαστικές μάζες αποτέλεσε ένα σκαλοπάτι προς την υιοθέτηση του ναζισμού από τις ίδιες μάζες.

Σε γενικές γραμμές, μία από τις πνευματικές παραδόσεις του φασισμού είναι ο ιδεαλισμός και συγκεκριμένα ο ρομαντισμός, ως αντίδραση στο Γαλλικό διαφωτισμό. H Aργυρώ Μποζώνη γράφει σχετικά: “Η ιδεοληπτική εμμονή πως τίποτα γύρω μας δεν είναι αρκετά σημαίνον, πως τίποτα δεν είναι αύταρκες και πως η ανθρώπινη εμπειρία πρέπει να είναι πάντα στραμμένη προς μια εξαϋλωμένη οντολογία, είναι η ρίζα του φασισμού, που πλάθει μυθολογίες υπερβατικότητας, καθαρότητας, ανωτερότητας και διαχρονικότητας. Ο ρομαντισμός του φασισμού είναι μια ακραία ναρκισσιστική ερμηνεία του Ρομαντισμού, όπου η εκφραστική ελευθερία, η μοναδικότητα της υποκειμενικής εμπειρίας και η υπερβατικότητα της φύσης μεταφράζονται σε μια νοσηρή συστημική εσωστρέφεια που επιβεβαιώνεται μέσω της εξάλειψης οποιουδήποτε στοιχείου θεωρηθεί μολυσματικό”.

Ένας συνεργάτης μας διάβασε στην ιστοσελίδα Lenin Reloaded ένα κείμενο με τίτλο “Ο νανοειδής Νίτσε: Ο μικροαστικός αντικομφορμισμός ως φασισμός”. Παραθέτουμε εδώ ένα απόσπασμα του, το οποίο δίνει μία εξήγηση για την απήχηση της κοσμοαντίληψης του Nietzsche – και κατ’ επέκταση του Καζαντζάκη – στο μικροαστικό τους ακροατήριο.

“Αυτή του η εχθρότητα προς κάθε έκφανση της εποχής ανεξαίρετα βασίζεται, στο τέλος, σε μια ατέλειωτη δύναμη κατάφασης του εαυτού, σε ένα διονυσιακό ντελίριο αυτοκατάφασης: σε τελική ανάλυση, στον «υπεράνθρωπο» που προσπάθησε να είναι ο ίδιος ο Νίτσε για τον εαυτό του πληρώνοντας, τελικά, το βαρύ αντίτιμο της τρέλας.

Πάντοτε μου έκανε εντύπωση η τεράστια απήχηση του έργου του Νίτσε στην Ελλάδα• φαντάζομαι ότι κάποιοι θα θεωρούν ότι οφείλεται στην μεγάλη απήχηση του Καζαντζάκη, αλλά αναρωτιέμαι αν τα πράγματα δεν έχουν στην πραγματικότητα την ανάστροφη μορφή, και αν η δημοφιλία του Καζαντζάκη δεν οφείλεται στην πρότερη απήχηση όχι τόσο του Νίτσε ως φιλοσόφου, αλλά του είδους αντίληψης για τον κόσμο και τον εαυτό που αυτός θεμελίωσε για ένα ακροατήριο που ταξικά βρίσκεται στους αντίποδες του φαντασιακού του αριστοκρατισμού: τους μικροαστούς.

Η δημοφιλία αυτή μου φαίνεται αποκαλυπτική όχι για τον Νίτσε, αλλά για την ελληνική κοινωνία των τελευταίων 50 περίπου ετών: υπάρχει μια ενστικτώδης τάση της μικροαστικής ιδεολογίας στην Ελλάδα να «αναγνωρίζει» τον εαυτό της στο έργο του Γερμανού. H καθολική του εχθρότητα σε όλες τις τάξεις και τις ιδεολογικές τάσεις της εποχής του διαμεσολαβεί την επιθυμία του μικροαστού για μια εξιδανικευμένη ανεξαρτησία από τις σχέσεις παραγωγής και από τις άλλες τάξεις. Όσο μεγαλύτερη είναι η αντικειμενική εξάρτηση του μικροαστού από το κεφάλαιο και η απειλή που νιώθει από την οργάνωση και τις διεκδικήσεις των «κάτω», τόσο πιο σφοδρή και εμμονική είναι η τάση του να ταμπουρώνεται πίσω από κίβδηλες διακηρύξεις ανεξαρτησίας από το χρήμα και το κέρδος, από τα «οργανωμένα συμφέροντα» και τα «λόμπι.»

Η καχυποψία του Νίτσε για τα πάντα, για όλες τις αξίες και αρχές που πηγάζουν από μια κοινωνία που έχει φτάσει να φαίνεται εντελώς εξωγενής και αυθαίρετη, η ευαίσθητή του μύτη για κάθε τι το σάπιο και υποκριτικό στις ιδέες της εποχής του, προσφέρει στον μικροαστό τη ψευδαίσθηση ότι είναι η πηγή και έκφραση ενός διαβρωτικού, σχεδόν επαναστατικού κυνισμού• δίνει στη νοητική μιζέρια του και τη μικρόνοιά του μια λάμψη ρομφαίας, αν όχι λυτρωτικής, τουλάχιστον αρκούντως εκδικητικής. Η πίστη του Γερμανού στη δύναμη του εαυτού του ως μοναδική πηγή της κατάφασης που απαιτεί η υπέρβαση της εποχής γίνεται για τον μικροαστό μιας πρώτης τάξεως απολογητική για τον αντικοινωνικό αυτισμό του. Και τέλος, η ηρωική πόζα του μοναχικού και παρεξηγημένου εχθρού της εποχής τον εμπνέει με κάθε είδους φαντασιώσεις μοναδικότητας και αντικομφορμιστικού σθένους, επιτρέποντάς του να αναποδογυρίσει τον κόσμο ως είδωλο μέσα στο κεφάλι του, μετατρέποντας έτσι την πραγματικότητα της ταξικής του ανασφάλειας σε θρίαμβο κατά των νεφελωδών και αδιευκρίνιστων εχθρών της επικράτησης και δικαίωσής του. Πριν πολλά χρόνια, ο μεγάλος αυστριακός πεζογράφος Χέρμαν Μπροχ αποκάλυψε πως αυτός ο μπάσταρδος, εκφυλισμένος νιτσεϊσμός αποτελεί στην ουσία το γόνιμο έδαφος της –μετά βαΐων και κλάδων δικής του κοπής– παράδοσης του μικροαστού στη φασιστική σαγήνη”.

Μερικές ακόμα επιρροές και αντιγραφές-λογοκλοπές

Ο βασικός συνδετικός κρίκος μεταξύ βουδισμού και Καζαντζάκη –εκτός από το Nietzsche – είναι ο Schopenhauer. Η ιδεαλιστική του αντίληψη, μαζί με αυτήν του Hegel, είναι αυτές που διακρίνουμε περισσότερο στις βασικές φιλοσοφικές αρχές του Καζαντζάκη. Η θεωρία της βούλησης, οι ρατσιστικές του απόψεις περί ανωτερότητας των λευκών-βόρειων φυλών και ο μισανθρωπισμός του, είναι κάποια ακόμη στοιχεία του Schopenhauer που επηρέασαν τον Καζαντζάκη. Αυτά – καθώς και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του έργου του – πρέπει να τα δούμε πάντα στο πλαίσιο της βιταλιστικής και ανορθολογικής τους κατεύθυνσης.

Μία άλλη επιρροή του ήταν ο δαρβινισμός. Τη θεωρία της εξέλιξης τη γνώρισε από πρώτο χέρι, αφού μετέφρασε στα ελληνικά το βιβλίο του Δαρβίνου «Περί καταγωγής των ειδών». Όμως, ήταν τόσο ισχυρή και καταλυτική η επίδραση των Nietzsche και Bergson, που πολλά στοιχεία της δαρβινικής θεωρίας έφτασαν σε αυτόν φιλτραρισμένα μέσω των δύο αυτών φιλοσόφων (κατά τη γνώμη μας κυρίως μέσω του πρώτου).

Σε πολλά του έργα υποστηρίζει ότι το ανθρώπινο είδος βρίσκεται ακόμα στην πορεία του, από τον πίθηκο στον άνθρωπο. Στο «Ταξιδεύοντας: Ρωσία», σε κάποια στιγμή όταν οι μπολσεβίκοι του μιλάνε για τα επιτεύγματα της οκτωβριανής επανάστασης, αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα όσα βλέπει και ακούει. Τους λέει ότι οι αμφιβολίες του έγκεινται στο ότι ακόμα βρισκόμαστε στο στάδιο του πιθηκανθρώπου και ίσως δεν είμαστε έτοιμοι για τέτοιου είδους κατακτήσεις.

Στην «Ασκητική» γράφει σχετικά: “Ένα ζώο κίνησε από χιλιάδες χρόνια να φτάσει, μα ακόμα δεν έφτασε… ο πίθηκος. Βρισκόμαστε ακόμα στα μισά του δρόμου, στον πιθηκάνθρωπο”. Εδώ αντιγράφει ξεκάθαρα το Nietzsche. Ο Δημήτρης Τσινικόπουλος, στο βιβλίο του «Οι πνευματικοί πατέρες του Νίκου Καζαντζάκη» παρατηρεί τις μεγάλες ομοιότητες της παραπάνω σκέψης και γραφής με τη σκέψη και τη γραφή του Γερμανού: “Σ’ αυτό βέβαια πάλι δεν καινοτομεί εντελώς, γιατί ακολουθεί τα χνάρια του πνευματικού του πατέρα του Νίτσε. Ο Νίτσε έγραψε στο Ζαρατούστρα: «Κάνατε το δρόμο από το σκουλήκι στον άνθρωπο κι έχετε ακόμη μέσα σας πολύ σκουλήκι.  Άλλοτε ήσασταν πίθηκοι και τώρα ακόμη ο άνθρωπος είναι πιο πίθηκος από κάθε πίθηκο”.

Σε σχέση με τον Bergson, ο Τσινικόπουλος παρατηρεί ότι αυτός ήρθε σε επαφή έμμεσα με το δαρβινισμό, αφού ο Γάλλος “ακολουθούσε τη θεωρία της κατευθυνόμενης τελολογίας, της δημιουργού εξέλιξης. Στον Τελευταίο Πειρασμό, στον πρόλογο του, μιλάει για την ένωση του Χριστού με το Θεό, που είναι το τελευταίο στάδιο της εξελικτικής του πορείας»”. Επίσης, σημειώνει ότι το λεγόμενο στην «Ασκητική» “Βοήθεια, φωνάζει ο Θεός, σώστε με” είναι μία αποστροφή του Renouvier.

Στο ίδιο βιβλίο ο Τσινικόπουλος εξετάζει τα στοιχεία στο έργο του Dostoevsky που τα συναντούμε απαράλλαχτα στον Καζαντζάκη. Τα ονομάζει “σημεία εκπληκτικής ομοιότητας”. Ας δούμε μερικά από αυτά:

“Ο Θεός βασανίζει σ’ όλα τα έργα του τη σκέψη του Ντοστογιέφσκι–το ίδιο και στον Καζαντζάκη.

Ο Μακάρ Ντολγκορούκι, στον Έφηβο του Ντοστογιέφσκι όπως και ο Στάρετς Ζωσιμάς, βλέπουν το θείο πίσω από κάθε χορταράκι, ζουζούνι, μέλισσα, μικρά και μεγάλα ζώα. Το ίδιο κάνει και ο Φραγκίσκος της Ασσίζης, ο Φτωχούλης του Θεού στον Καζαντζάκη. Θαυμάζει τον Θεό μέσα στη φύση. Έτσι κι ο παπα-Φώτης στο Ο Χριστός ξανασταυρώνεται.

Ο Ντοστογιέφσκι πίστευε ότι η αγάπη του Χριστού, είναι η μεγάλη επανάσταση, που θα άλλαζε τη Ρωσία και την ανθρωπότητα και ο παράδεισος είναι μέσα μας. Τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο λέει και ο Καζαντζάκης δια στόματος του Χριστού του, στον Τελευταίο Πειρασμό.

Για απαλλαγή από μικροσυνήθειες που είναι μια θυσία από τις πιο οδυνηρές, μιλάει ο Ντοστογιέφσκι στα έργα του. Τα ίδια λέει και ο Καζαντζάκης δια στόματος του Φραγκίσκου της Ασίζης.

Ο μαζοχισμός κι η αυτοκαταστροφή είναι το γνώρισμα των «δαιμονισμένων» ηρώων του Ντοστογιέφσκι. Τα ίδια στοιχεία παρουσιάζονται στον Φραγκίσκο, το Φτωχούλη του Θεού και στον Τελευταίο Πειρασμό στον Καζαντζάκη. Το στοιχείο της αλγομανίας και η λυτρωτική δύναμη του πόνου υπάρχουν και στους δύο.

Η θυσία και ο ανήφορος παρουσιάζεται εμφανώς στο έργο του Ν. Καζαντζάκη. Με έναν παρόμοιο τρόπο που παρουσιάζεται στους ήρωες του Ντοστογιέφσκι. Ο Μανολιός που κίνησε να σκοτωθεί για να σώσει το χωριό του είναι τύπος Ντοστογιεφσκικός. Και οι σχέσεις Μανολιού–Παναγιώταρου–Κατερίνας (Ιησούς–Ιούδας– Μαγδαληνή) είναι σε φοβερές αναλογίες με το τρίο Μίσκιν–Ραγκοζίν–Ναστάσια Φιλίπποβνα. Τέλος, δεν μπορούμε να αποφύγουμε το συμπέρασμα–όσο κι αν θέλουμε να το αποφύγουμε–, ότι ο τίτλος του μυθιστορήματος Ο Χριστός ξανασταυρώνεται είναι εμπνευσμένος από τα λόγια του «μεγάλου ιεροεξεταστή» στο βιβλίο του Ντοστογιέφσκι Αδελφοί Καραμαζώφ, που λέει στον Χριστό, ότι θα ήταν καλύτερα να μην εμφανιζότανε και ότι έχει τη δύναμη να τον ξανασταυρώσει”.

Να προσθέσουμε ότι ο Καζαντζάκης είχε γοητευτεί από τον σωτηριολογικό χαρακτήρα πολλών ηρώων του Dostoevsky (ο ίδιος τον είχε ερμηνεύσει ως τέτοιο). Οι ήρωες αυτοί θυσιάζονται για τη σωτηρία των ανθρώπων. Τέτοια στοιχεία συναντούμε σε πολλούς από τους ήρωες των έργων του Καζαντζάκη. Επίσης, ιδιαίτερη έλξη του είχε ασκήσει η φύση του δαιμονικού στοιχείου στο Dostoevsky. Έλεγε ότι σε αντίθεση με τον Tolstoy, στον Dostoevsky το στοιχείο αυτό είναι “ακατανίκητο, σκοτεινό, μυστηριώδες”. Επίσης, στο Dostoevsky θαύμαζε την ιδέα του ότι η Ρωσία είναι προορισμένη από το Θεό να σώσει τον κόσμο.

Το 2004 ο Ολλανδός καθηγητής φιλολογίας Gunnar De Boel υποστήριξε σε ένα συνέδριο ότι ο Καζαντζάκης στη διατριβή του «Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας» είχε ενσωματώσει αποσπάσματα έργων τριών Γάλλων στοχαστών πάνω στο έργο του Nietzsche. Με άλλα λόγια, έκανε λόγο για καθαρή και απροκάλυπτη λογοκλοπή.

Ο Γιώργος Βαρθαλίτης, στο άρθρο του «Τι είπε ο παπαγάλος στον Καζαντζάκη», δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα «Νέο Πλανόδιο» το 2017, αναφέρεται στη σειρά ευτράπελων διηγημάτων της ινδικής φιλολογίας με τίτλο «Οι Ιστορίες του Παπαγάλου». Στο άρθρο παραθέτει μία από αυτές και στη συνέχεια παραθέτει ένα χωρίο από το «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», στο οποίο τα λόγια του χότζα είναι παράφραση αυτών της Ραμββικάς του διηγήματος στα σανσκριτικά. Μεταφέρουμε ένα μέρος από το σχόλιο του: “Έ, λοιπόν, ναι: Χωρίς αμφιβολία, ο Καζαντζάκης έχει παραφράσει τα λόγια της Ραμββικάς, απ’ τις Ιστορίες του Παπαγάλου και τις έχει βάλει στο στόμα του προξενητή-χότζα του… Φυσικά, για να επανέλθουμε στον Αλέξη Ζορμπά, κανένας χότζας δεν θα έδινε τέτοιες συμβουλές. Ο Καζαντζάκης, εν τούτοις, βάζει στο στόμα ενός ιεροδιδασκάλου αυτά τα λόγια, αποκυήματα ενός επικουρικού πνεύματος, για να τονίζει εκείνη την αντιστροφή της συμβατικής θρησκευτικής ηθικής που εκφράζουν παρόμοιες ηδονιστικές θεωρήσεις”.

Ο κύκλος των αντιγραφών-λογοκλοπών δεν τελειώνει εδώ. Συνεχίζεται στον Βουτιερίδη (Πρωτομάστορας), στην αρχαία αιγυπτιακή γραμματεία (αποσπάσματα στις Αδελφοφάδες), στον Kierkegaard (τα τρία στάδια του υπαρξιακού «ανήφορου»), στον Τolstoy (Πόλεμος και Ειρήνη), κλπ. Επειδή πολλές από αυτές είναι γνωστές, δεν κρίνουμε σκόπιμο να επεκταθούμε.

Οι «φάσεις»

O ίδιος ο Καζαντζάκης είχε ταξινομήσει τη χρονολογική εξέλιξη της σκέψης του, διακρίνοντας τρία στάδια: “Έως το 1924 περνούσα όλο συγκίνηση και φλόγα τον νασιοναλισμό. Ίσκιος που ένιωθα δίπλα μου, ο Δραγούμης. Από το 1923-1933 περίπου, περνούσα με την ίδια συγκίνηση και φλόγα την αριστερή παράταξη. Ίσκιος που ένιωθα δίπλα μου, αχνός, ο Παναϊτ Ιστράτι. Τώρα περνώ το τρίτο – θα ‘ναι το τελευταίο; – στάδιο. Το ονομάζω ελευθερία. Κανένας ίσκιος. Μονάχα ο δικός μου, μακροντέμπλικος, σκούρος, μαύρος, ανηφορίζοντας”.

Διαβάζοντας όλα σχεδόν τα βιβλία του και πολλές από τις επιστολές τους καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι πάντοτε είχε μία συγκεκριμένη θεωρητική μεταφυσική αναζήτηση στην οποία έμεινε πιστά προσκολλημένος σε όλη τη ζωή του. Αυτό που έκανε σε διάφορες φάσεις της ζωής του και της συγγραφικής του δραστηριότητας ήταν να προσαρμόζει το θεωρητικό περιεχόμενο των σταδίων που αναφέρει (και γενικά όλων των φιλοσοφικών ρευμάτων από τα οποία επηρεάστηκε ή αντέγραψε) σε αυτή του την εμμονή. Πρόκειται για ένα είδος νιτσεϊκού βιταλισμού ή μπερκγσονικού νιτσεϊσμού με πολλά μεσσιανικά και άλλα μυστικιστικά και μεταφυσικά στοιχεία.

Πώς έγινε ξαφνικά αριστερός από εθνικιστής; Ποτέ δεν αποκήρυξε τον εθνικισμό, ποτέ δεν έκανε μία αυτοκριτική στην οποία να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δήθεν μεταπηδούσε από το ένα φιλοσοφικό ρεύμα στο άλλο, επειδή πολύ απλά αυτό που έκανε ήταν να ψάχνει παντού να βρει κομμάτια που θα μπορούσαν να κολλήσουν στο παζλ της φαντασιακής πορείας του προς την “Αγιότητα”. Πιστεύουμε ότι τα αποσπάσματα που θα παραθέσουμε, οι γνώμες τρίτων γι’ αυτόν, καθώς και τα δικά μας σχόλια, θα βοηθήσουν στην αποσαφήνιση αυτής μας της θέσης.

Άλλωστε παρόμοια άποψη έχουν εκφράσει και κάποιοι κοντινοί του άνθρωποι. Η Έλλη Αλεξίου, αδελφή της πρώτης του συζύγου Γαλάτειας, γράφει το 1973 στο «Για να γίνει μεγάλος»: “Στα πρώτα δημιουργικά του χρόνια έγραψε μία σειρά από ποιήματα εμπνευσμένα από ανθρώπους διαφόρων εποχών, διαφορετικών αντιλήψεων, διαφορετικών ικανοτήτων… μα αυτή η περίεργη ποικιλία έχει το συνδετικό κρίκο της, το μυστικό που τον τραβούσε: Όλοι έχουν το κοινό στοιχείο της μεγαλοσύνης. Δεν τον συγκινούσε ο Χριστός επειδή εκήρυττε το άλφα δόγμα. Αφού το δόγμα του είναι αντίθετο προς το δόγμα του Νίτσε, που κι αυτός τον είλκυσε δυνατά. Δεν τον συγκινούσε ο Μέγας Αλέξανδρος ως Αλέξανδρος, αφού η ζωή του είναι το αντίθετο του Βούδδα, που και αυτός τον κατάκτησε έναν καιρό… Ποια η σχέση μεταξύ Σαίξπηρ και Τσιγκισχάνου; Ο κάθε ένας από αυτούς τους «μεγάλους» τον τραβάει μόνο και μόνο γιατί κατάφερε να ξεχωρίσει από τη «λάσπη» και να μπει στην Ιστορία σα σταθμός. Μπήκανε στην αιωνιότητα ονομαστικά; Αυτό επιδίωξε και αυτό πέτυχε ο άνθρωπος μας”.

Όταν ο ρατσισμός και ο εθνικισμός συναντούν τον ατομικισμό και τη μεγαλομανία

Μέχρι το τέλος της εφηβείας του δύο ήταν οι προσλαμβάνουσες του. Η πρώτη ήταν το οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον στην οθωμανική Κρήτη. Και τα δύο αυτά περιβάλλοντα ήταν πλήρως ενταγμένα στο αυστηρό πατριαρχικό μοντέλο της εποχής: Ο κυρίαρχος είναι ο σκληρός, αγροίκος δεσποτικός άντρας και πίσω του βρίσκεται σχεδόν κρυμμένη η λιγομίλητη, μαλθακή και υποταγμένη στον άντρα γυναικεία φιγούρα. Και οι δύο έχουν πολύ συγκεκριμένους ρόλους στην κλειστή, αυστηρά ιεραρχική, φεουδαλική και θρησκόληπτη κοινωνία του νησιού. Ένα μέρος της κοινωνίας αυτής αγωνίζονταν να ανατρέψει την οθωμανική εξουσία για να εγκαθιδρύσει μία άλλη εξουσία, τη δική του. Και ένα άλλο απλά υπέμενε την υποταγή στον οθωμανικό ζυγό και στους χριστιανούς συνεργάτες του. Στη σύντομη φοίτηση του στη Νάξο σε μία σχολή που διεύθυναν γάλλοι μοναχοί, θα έχει την πρώτη του επαφή με τον άκαμπτο δυτικό τρόπο σκέψης, στη θρησκευτική-δογματική του εκδοχή. Αυτή ήταν η δεύτερη από τις προσλαμβάνουσες του.

Τη δεκαετία του 1910 έρχεται σε επαφή στην Αθήνα με το ακαδημαϊκό κατεστημένο και ίσως με τη μασονία. Λέμε «ίσως» επειδή δε γνωρίζουμε με σιγουριά αν έγινε μασόνος στην Αθήνα το 1907 ή αργότερα, στο Παρίσι το 1923. Δεν έχει μεγάλη σημασία η χρονολογία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι εντάχθηκε σε μία σέκτα με αυστηρότατη ιεραρχική δομή και με αποκρυφιστικά και μυστικιστικά χαρακτηριστικά, και μέχρι σχεδόν το τέλος της ζωής του χρησιμοποιούσε και υπέγραφε με τα σύμβολα της. Θα πάρει αρκετά θεοσοφιστικά και άλλα στοιχεία από τη μασονία. Κυρίως όμως η ένταξή του σε αυτή θα του δώσει πρόσβαση σε ανώτερα πολιτικά στελέχη και θα τον δικτυώσει στο πολιτικό κατεστημένο της εποχής.

Εκείνη την εποχή θα αναπτύξει φιλική σχέση με τον υπερεθνικιστή – φυλετιστή Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος ήταν εξίσου επηρεασμένος από τον Nietzsche, αλλά και από τον Γάλλο ομοϊδεάτη του φασίστα Maurice Barrés. Από αυτόν τον τελευταίο θα δανειστεί κάποια στοιχεία, κυρίως μέσω του Δραγούμη. Σύμφωνα με τον Barrés, οι ζωντανοί συνδέονται με τους νεκρούς προγόνους τους αποκλειστικά με φυλετικά κριτήρια, όπως το αίμα και η πατρίδα. Αντιγράφοντας τον ο Δραγούμης μεταφέρει αυτήν την ιδέα στο βιβλίο του «Σαμοθράκη». Εκεί, συνομιλώντας με ένα ευγενή πρόγονό του, του λέει: “τη ψυχή σου την έχω εγώ μέσα μου που είμαι ζωντανός και πατριώτης σου”. Ο Καζαντζάκης θα εγκωμιάσει το βιβλίο αυτό και θα προτείνει να γίνει ο Δραγούμης καθοδηγητής της ελληνικής νεολαίας…

Ατομισμός, ελιτισμός, εθνικισμός και ντετερμινισμός είναι τα βασικά κοινά στοιχεία της «παρέας» Δραγούμη-Βλαστού-Καζαντζάκη. Στα πρώιμα έργα του ο Καζαντζάκης θα προσθέσει στα στοιχεία αυτά τον αισθητισμό και τον αγνωστικισμό. Ο αγνωστικισμός θα κυριαρχήσει στα έργα του και στη ζωή του μερικά χρόνια αργότερα. Η μεταφυσική και ειδικότερα ο αγνωστικισμός είναι δύο από τα βασικά χαρακτηριστικά που θα διατηρήσει ως το τέλος της ζωής του.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι και το μεσοπόλεμο όλα τα πρωτοφασιστικά ρεύματα ήταν σε φάση ζύμωσης και διαμόρφωσης. Γι’ αυτό είχαν πολλά πρωτόλεια στοιχεία, συχνά αντιφατικά μεταξύ τους. Εκείνη την εποχή ο Καζαντζάκης θα γράψει το θεατρικό έργο «Κούρος». Σε αυτό ο πρωταγωνιστής είναι ένας ήρωας της ελληνικής μυθολογίας, ο Θησέας. Είναι ξανθός με γαλανά μάτια (και αυτός…), δυνατός, αιμοσταγής και έντονα πατριαρχικός: “Απάνω από τη γυναίκα, ο άντρας, απάνω από τον άντρα ο θεός. Χρέος έχει καθένας να υπακούει και να παραδίνει τα πάντα στον αρχηγό του”. Κάνει σαφή τον κυριαρχικό του ρόλο, λέγοντας στην Αριάδνη: “Τα παιδιά μας θα’ χουν το κορμί το δικό σου, αξόδευτο και στέρεο, τα ξανθά μαλλιά τα δικά σου, κι ανάμεσα στα φρύδια τους Τον καινούριο σου αρχέφηβο θεό. Μα θα πάρουν το δικό μου πολυδαίδαλο μυαλό και θα κυριέψουν τον κόσμο”. Ο Θησέας αυτός είναι ο φορέας του νιτσεϊκού “νέου πολιτισμού των δυνατών” με καθαρά φυλετικά – προγονολατρικά χαρακτηριστικά, δάνεια του Barrés και του Έλληνα ομοϊδεάτη του Δραγούμη: “Τα κόκαλά μου τα χρωστώ στην πατρίδα μου. Είναι δικά της και θα της τα παραδώσω”.

Στο ίδιο έργο, σε πλήρη αντίφαση με όσα είχε πει και γράψει άλλοτε για τους άθλιους, άτιμους και βρωμερούς Ρωμιούς , θα γράψει: Αν ήταν κάθε λαός να διορίζουνταν στην Κυβέρνηση του σύμπαντος και να ‘παιρνε μιαν υπεύθυνη θέση, εμείς, οι Έλληνες, έπρεπε να διοριστούμε οι Αρχιτέκτονες του κόσμου!”. Κάποιοι, ακολουθώντας την τάση της εποχής μας να στρογγυλεύει τα πάντα και να προσπαθεί να δώσει εξηγήσεις μέσα από αυτό το στρογγύλεμα, απέδωσαν τις συχνές αντιφάσεις του στις διαφορετικές συγκυρίες κατά τις οποίες ειπώθηκαν κάποια πράγματα. Η ίδια τάση θέλει τους ανθρώπους να μην έχουν αρχές και αξίες, αλλά να άγονται και να φέρονται από τη «φάση» στην οποία βρίσκονται. Λίγο δύσκολο είναι αυτό για ανθρώπους που το μυαλό τους λειτουργεί, που έχουν κάποιες απόψεις και κάποια ιδεολογία. Οι απόψεις και η ιδεολογίες μπορούν να αλλάξουν, κατόπιν σκέψης. Στην περίπτωση του Καζαντζάκη αυτές οι απανωτές αντιφάσεις (και σε ένα βαθμό όλες του οι αντιφάσεις) δείχνουν ότι δεν είχε καλές σχέσεις με τον ορθολογισμό, ότι είχε υπερτροφικό το θυμικό και ότι οι πεποιθήσεις του για ανθρώπους και καταστάσεις περνούσαν από το φίλτρο της προσωπικής του πνευματικής αναζήτησης ή εμμονής.

Ο Δραγούμης εξηγεί τα στάδια από τα οποία ισχυρίζεται πως πρέπει να περάσει κάποιος για να “νιώσει την ανθρωπότητα”:“Πρώτα πρέπει να νοιώσω τoν εαυτό μου όπως όπως· μόλις τoν αναλύσω καλά, θα νοιώσω βαθύτερα και τo έθνος μου, από το έθνος μου φτάνω στα άλλα έθνη, έπειτα ξαναγυρίζω στον εαυτό μου και βλέπω την ανθρωπότητα. Όσοι λεν πως είναι κοσμοπολίτες και δεν περνούν απ’ όλα αυτά τα στάδια, πολύ λαφριά το παίρνουν το ζήτημα και δεν μπορεί να νοιώθουν την ανθρωπότητα”. Ενώ όμως ο Δραγούμης καλεί αυτούς που ονομάζει κοσμοπολίτες να περάσουν από τον εθνικισμό ως ένα ενδιάμεσο στάδιο για να μπορέσουν να φτάσουν στα επόμενα, ο ίδιος ποτέ δε θέλησε και δεν προσπάθησε να ξεφύγει από το στάδιο του εθνικισμού… Διακρίνουμε εδώ – και σε όλη του τη ζωή – μία ανακολουθία λόγων και πράξεων. Αν δεν βλέπαμε (και όχι μόνο εμείς), όπως θα δούμε πιο κάτω, ακριβώς την ίδια ανακολουθία στον καρδιακό του φίλο, δεν θα την αναφέραμε.

Σας θυμίζουν κάτι αυτά τα στάδια που αναφέρει ο Δραγούμης; Είναι ακριβώς οι «φάσεις» ή «σκαλοπάτια» που υιοθέτησε λίγο αργότερα ο Καζαντζάκης. Με τον ίδιο και απαράλλαχτο τρόπο τα περιγράφει σε διάφορα έργα του. Είναι τα τρία σκαλοπάτια της Ασκητικής: Εγώ, Ράτσα, Ανθρωπότητα. Είναι οι τρεις «φάσεις» του που αναφέραμε πιο πάνω.

Στην Ασκητική (απόσπασμα «Η ράτσα») διαβάζουμε: “Η ράτσα σου είναι το μεγάλο σώμα, το περασμένο, το τωρινό και το μελλούμενο. Εσύ είσαι μια λιγόστιγμη έκφραση, αυτή είναι το πρόσωπο. Εσύ είσαι ο ίσκιος, αυτή το κρέας… Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει”.

Στο απόσπασμα «Η ανθρωπότητα» διαβάζουμε: “Δε μιλάς εσύ. Μήτε είναι η ράτσα μονάχα μέσα σου που φωνάζει· μέσα σου οι αρίφνητες γενεές των ανθρώπων· άσπροι, κίτρινοι, μαύροι· χιμούν και φωνάζουν. Λευτερώσου κι από τη ράτσα· πολέμα να ζήσεις όλο τον αγωνιζόμενον άνθρωπο”. Επειδή το μυαλό πάει αλλού όταν διαβάζουμε για τον αγωνιζόμενο άνθρωπο, ο Καζαντζάκης αμέσως πιο κάτω διευκρινίζει ότι μιλάει για αγώνα για κυριαρχία: “Δεν ξέρει από που έρχεται και κατά που πάει. Μα θέλει, αγαπώντας, δουλεύοντας, σκοτώνοντας, να κυριέψει τη γης”. Τα υπόλοιπα γι’ αυτόν τον πολυσήμαντο μεταφυσικό «αγώνα» τα έχουμε γράψει πιο πάνω.

Ήταν η εποχή που όλα αυτά τα νιτσεϊκά και μετανιτσεϊκά μορφώματα εξυμνούσαν τη δύναμη και τον πόλεμο, πιστά στις ιδέες του πνευματικού τους πατερούλη, ο οποίος πίστευε ακράδαντα στην αναγκαιότητα του πολέμου. Μεταξύ αυτών οι φουτουριστές πρωτοφασίστες: «Θέλουμε να δοξάσουμε τον πόλεμο: τη μοναδική υγιεινή του κόσμου, τον μιλιταρισμό, τον πατριωτισμό, τις ωραίες ιδέες που σκοτώνουν, και την περιφρόνηση της γυναίκας». Στην ίδια γραμμή και όλοι οι φιλόσοφοι και συγγραφείς που τον επηρέασαν καταλυτικά, όπως ο Nietzsche, o Bergson, o Sprengler, o Barrés και φυσικά ο εγκάρδιος φίλος του ο Δραγούμης.

Στη «Σαμοθράκη», έργο ακραίου εθνικισμού – που ξαναγράφουμε ότι εγκωμίασε δημόσια ο Καζαντζάκης – ο Δραγούμης γράφει: “Ο πόλεμος είναι εξυγιαντικός. Κάνει καλά ανθρώπους αρρώστους”, “Ο πόλεμος θa μάς κάμη πιo άνθρωπους, θα μας λυτρώση και από τους εχθρούς και από τoν ξεπεσμό. Ή ειρήνη μας χαλαρώνει καi βαλτώνομε κάθε μέρα περισσότερο σε μιa σαπισμένη λιμνοθάλασσα”, “… όχι με τα γράμματα παρά με τον πόλεμο θα σωθεί το έθνος γιατί έτσι θα σωθεί από τα υπνωτικά χάπια που καθημερινώς το ταΐζουν οι γραμματισμένοι του. Ο πόλεμος κάνει τον άνθρωπο, τα έθνη είναι μία αιτία για να πολεμά. Ο σκλάβος μονάχα με το να πολεμά γίνεται ελεύθερος”.

Στον «Νεκρικό Διάλογο» στη «Σαμοθράκη» ο Δραγούμης είναι πιο αναλυτικός: “Ας συμφωνήσουν τα έθνη μεταξύ τους να μην πολεμιούνται κι έτσι σιγά σιγά θα σβήσουν κι αυτά τα ίδια… Μα να, που δεν το θέλουν. Όσα είναι κουρασμένα από τον εαυτό τους ας κοιμηθούν· Μα πάντα μένουν άλλα ξυπνητά και, όσο είναι ξυπνητά, ή ζωντανάδα τους δεν τ’ αφήνει να ησυχάσουν, παρά τα σπρώχνει αδιάκοπα στην επικράτηση, στην ηγεμονία του κόσμου. Και γίνονται οι πόλεμοι”. Εδώ μαθαίνουμε ότι χωρίς τους πολέμους θα εξαφανιστούμε. Επίσης, ότι οι πόλεμοι δεν γίνονται για λόγους ανταγωνισμού των αρχουσών τάξεων και των εξουσιαστών, αλλά επειδή η ζωντάνια των δυνατών εθνών δεν τα αφήνει σε ησυχία. Η πρόσφατη ιστορία μας έχει διδάξει ότι όταν το δόγμα της κυριαρχίας συναντηθεί με αυτά της μεταφυσικής και του εθνικισμού, τα αποτελέσματα είναι ολέθρια.

Σε άλλο σημείο λέει: “Παραδέξου πως όλο και πληθαίνουν οι άνθρωποι, που θέλουν την ησυχία τους και την καλοπέραση και αδιαφορούν για τούς στρατούς και τούς πολέμους, για τα έθνη, για τη δόξα, για τη νίκη. Και αυτοί είναι οι αδύνατοι και οι κουρασμένοι. Γυρεύουν την ευτυχία. Και ευτυχία γι’ αυτούς είναι ό ύπνος και ή ησυχία. Ενώ οι δυνατοί άλλην ευτυχία θέλουν, τούς κόπους, τούς κινδύνους, τη νίκη”. Σα να διαβάζουμε μία πιο εκλαϊκευμένη εκδοχή του Nietzsche. Και οι δύο υμνούν (στα λόγια) τον πόλεμο και γεμίζουν αράδες για να πείσουν για την αναγκαιότητα του. Ο Nietzsche μας προτρέπει να διακινδυνεύουμε, ο Καζαντζάκης λίγα χρόνια μετά θα μας πει ότι πρέπει να αγαπήσουμε τον κίνδυνο. Ας το κρατήσουμε αυτό, μαζί με τη διαπίστωση του ότι οι δυνατοί επιδιώκουν τους κινδύνους. Θα τα συναντήσουμε στη συνέχεια και σε κάποιους άλλους κυρίους που θαύμαζε πολύ ο Καζαντζάκης.

Το 1910 ο Καζαντζάκης εκδίδει ένα είδους πολιτικό μανιφέστο, το οποίο ονομάζει «Για τους νέους μας». Ο Peter Bien στο άρθρο του «Η έλξη που άσκησαν στον Καζαντζάκη ο φασισμός και ο ναζισμός»υποστηρίζει ότι “στο κείμενο αυτό βρίσκουμε επιχειρήματα ανάλογα εκείνων που χρησιμοποίησε είκοσι έξι χρόνια αργότερα για να δικαιολογήσει τον επεκτατισμό των Μουσολίνι και Χίτλερ”. Ένα μικρό απόσπασμα, χωρίς το παραμικρό σχόλιο από πλευράς μας: “Kαι όσο πιο φανατικά εξωτερικεύεται ο πατριωτισμός, τόσο πιο πολύ εξυπηρετεί την ανθρωπότητα. Γιατί αν καταστρέψει το γειτονικό του έθνος, μήπως δεν είναι η καταστροφή αυτή, όταν από ψηλά την κοιτάξεις, μία υπηρεσία στην ανθρωπότητα; Όσοι γέροι και κουρασμένοι, όσοι εχτελέσανε πια τον προορισμό τους και δώκανε στη σκέψη και στη δράση ό,τι μπορούσανε να δώσουν, καλό είναι να εξαφανίζουνται. Αφήνουν έτσι τη θέση τους σε άλλα έθνη, νέα και ζωντανά… που κι αυτοί θα εξαφανιστούν ευθύς ως εχτελέσουν τον προορισμό τους”.

Δυστυχώς, όλοι αυτοί οι υπέρμαχοι (στα λόγια πάντα) του πολέμου, του εθνικισμού και των εθνοκαθάρσεων, δε λούφαξαν μετά την εκατόμβη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Οι εγχώριοι ούτε και μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Το 1926, σε ένα άρθρο του για την Ισπανία ο Καζαντζάκης γράφει: “ο πόλεμος εντείνει, ως την ανώτατη κορφή τους, όλες τις πίκρες και τις χαρές του ανθρώπου”. Φιλοσοφία του σαλονιού μερικά χρόνια μετά από μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες που έζησε αυτός ο τόπος…

Σε μερικούς καταλάγιασε κάπως ο εθνικιστικός και πολεμοχαρής τους οίστρος, άλλοι συνέχισαν απτόητοι μέχρι και τον επόμενο παγκόσμιο πόλεμο. Και κάποιοι –μεταξύ αυτών και ο Καζαντζάκης, όπως θα δούμε παρακάτω – συνέχισαν να μιλούν για την αναγκαιότητα ενός ακόμα πολέμου μέχρι και τη δεκαετία του ’50! Αυτό υποδηλώνει ότι η στάση τους αυτή πρέπει να ερμηνευτεί με βάση την πολύ διαταραγμένη τους ψυχοσύνθεση. Αυτό το μοντέλο ανθρώπου γεννούν, αναπαράγουν και χρειάζονται φαινόμενα και καθεστώτα όπως ο φασισμός και ο εθνικισμός.

Σε αυτή τη συγκυρία θα γράψει την τραγωδία «Πρωτομάστορας» το 1909. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι ο συγγραφέας και ιστορικός Ηλίας Βουτιερίδης είχε πει μεταξύ σοβαρού και αστείου πως θα έπρεπε να την είχε ονομάσει «Τριτομάστορας», επειδή ήταν ο τρίτος που του έκλεβε το έργο. Ο πρωταγωνιστής του έργου αγωνίζεται ενάντια στη μοίρα για να γίνει υπεράνθρωπος. Απέναντι στις μάζες που είναι δέσμιες της ηθικής και των παθών τους, ο Πρωτομάστορας επιδιώκει να υπερβεί αυτές τις ανθρώπινες αδυναμίες χρησιμοποιώντας τη δύναμη και την επιβολή.

Επηρεασμένος από όλους αυτούς που αναφέραμε πιο πριν, ο Καζαντζάκης θα επιχειρήσει να ιδεολογικοποιήσει τον πόλεμο: “Μέσα μια φωνή, ο «άνθρωπος», είναι φυσικό να πονάει τους ανθρώπους και ν’ αποτροπιάζεται το αίμα, μα μέσα μας υπάρχει και μια άλλη φωνή, που δε νοιάζεται για την ασφάλεια, την καλοπέραση και την ευτυχία του ανθρώπου και ξέρει πως, χωρίς τον Πατέρα Πόλεμο, θα βούρκιαζε, στεκάμενο νερό, η ζωή”. Η σαπισμένη λιμνοθάλασσα του Δραγούμη είναι το στεκάμενο νερό του Καζαντζάκη. Σα να διαβάζουμε τον Barrés…

Θα θεωρήσει τον πόλεμο απαραίτητο, επειδή στο φαντασιακό του θα συνεισέφερε στο να φτάσει ο Άνθρωπος στο ανώτερο επίπεδο του Υπερανθρώπου ή της θέωσης. Βέβαια, άλλο η θεωρία και άλλο η πράξη. Άλλα αυτά που λέμε και γράφουμε και άλλα αυτά που κάνουμε. Στους Βαλκανικούς πολέμους αυτός ο θιασώτης της ελληνικής φυλής και θεωρητικός υπέρμαχος του πολέμου δε θα πάει στο μέτωπο. Θα υπηρετήσει στο γραφείο του πρωθυπουργού! Ίσως το ότι ήταν μασόνος να τον βοήθησε να παρατηρεί τις σφαγές του “Πατέρα Πολέμου” από την ασφάλεια του γραφείου του Βενιζέλου στο κέντρο της Αθήνας. Ούτε οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ούτε η μικρασιατική καταστροφή, ούτε οι δύο εμφύλιοι που έζησε σε Ισπανία και Ελλάδα, αλλά ούτε και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι τον έκαναν να αλλάξει γνώμη για το θέμα του πολέμου. Το 1953, αναφερόμενος σε ένα τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, δήλωσε: “Πιστεύω απόλυτα ότι θα γίνει και πρέπει να γίνει σύντομα ο πόλεμος”.

Η “βούληση για δύναμη” του Nietzsche τον είχε κυριεύσει. Η Έλλη Αλεξίου έγραψε σχετικά μ’ αυτό πως “είχε την τρελή μονομανία της δύναμης. Αρρωστημένο πάθος χαρακτήριζε την έλξη του σε όλα τα μεγάλα ονόματα της Ιστορίας και της ζωής”. Οι τρεις λέξεις Ελευθερία, Ισότητα και Αδελφοσύνη, στις οποίες συμπυκνώνεται το νόημα της αστικής Γαλλικής επανάστασης, για τον Καζαντζάκη “είναι ένα δόλωμα για τους αμαθείς και τους ηλίθιους”. Τους Γάλλους επαναστάτες τους ονομάζει “συννεφοχτίστες ιδεολόγους” που παραγνώρισαν και παραβίασαν τους φυσικούς νόμους. Ακολουθώντας το δαρβινισμό και το νιτσεϊσμό, φτάνει σε ένα εθνικιστικό και φυλετικό παραλήρημα ατομικισμού: “Για να ζήσεις τον άγριο και αιώνιον και ζωογόνον [αγώνα] όπως τα φυτά και τα ζώα, έτσι και τα άτομα και τα έθνη πρέπει να γίνουν σκληροί και εγωισταί, να πατήσουν τα πτώματα των αντιπάλων και να προχωρήσουν δυνατοί, ευτυχισμένοι μέσα στο ηλιολουσμένο και αντρίκιο μεθύσι της ζωής… Να μισούμε τους εχθρούς μας , να δυναμώσουμε τα νεύρα του κορμιού και της ψυχής μας και απαλλαγμένοι από τα χριστιανικά ιδεώδη των μισερών και άρρωστων, να κρατούμε ψηλά το Εγώ της φυλής μας”. Εδώ προτείνει ανοιχτά ένα πόλεμο μεταξύ εθνών, έτσι ώστε να εκλείψουν αυτά που θα χάσουν αυτήν την αναμέτρηση. Σε μία τέτοια αναμέτρηση όμως, δε νικούν αυτοί που έχουν καλή κράση ή δυνατά τα νεύρα του κορμιού τους, αλλά αυτοί που έχουν στρατιωτική υπεροπλία. Αυτή εξαρτάται από (γεω)πολιτικούς παράγοντες.

Προτείνει μία τεχνητή και ανομοιογενής οντότητα όπως το έθνος να αποκτήσει ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Το παραβλέπουμε ως μία μεταφορική έκφραση, αν και νομίζουμε ότι το εννοούσε. Αν ζούσε πριν από τη δημιουργία των εθνικών κρατών, τι θα πρότεινε; Ουσιαστικά προτείνει εθνοκαθάρσεις, φαντασιώνοντας την επικράτηση των «δυνατών», που θα πατήσουν πάνω στα πτώματα των ηττημένων αντιπάλων τους, σε πλήρη αρμονία με το νιτσεϊκό δόγμα. Έχει κανείς την παραμικρή αμφιβολία ότι αυτοί οι αντίπαλοι είναι “οι αδύναμοι και οι άρρωστοι”; Υπό αυτό το πρίσμα αντιτίθεται στο χριστιανισμό, θεωρώντας τον τροφοδότη των αδύναμων. Τέλος, μας προτείνει να αφήσουμε στην άκρη τις ταξικές και ιδεολογικές μας διαφορές και να “κρατούμε ψηλά το Εγώ της φυλής μας”. Όλοι μαζί, πλούσιοι και φτωχοί, καταπιεστές και καταπιεζόμενοι.Δεν μας λέει όμως ποιο νομίζει ότι είναι αυτό. Θα μας το θυμίσουν κάποιοι άλλοι μερικά χρόνια αργότερα, αιματοκυλώντας την ανθρωπότητα.

Αυτά προκύπτουν όταν ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο νιτσεϊσμός παίρνουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στο φαντασιακό ενός εξατομικευμένου ανθρώπου. Αυτή η τελευταία διαπίστωση δεν είναι μόνο δικιά μας. Η Έλλη Αλεξίου πίστευε ότι “δεν είναι μηδενιστής. Είναι ατομικιστής. Εξατομικευμένος. Βλέπει το άτομο του σα μονάδα, να αγωνίζεται, να επιζήσει. Δε το βλέπει βέβαια σαν τμήμα ενός συνόλου, που, οπωσδήποτε, παρά τα κατά καιρούς πισωδρομίσματα προχωρεί και ανεβαίνει”. Το μόνο σύνολο στο οποίο αποδέχτηκε κάποια στιγμή ότι ανήκε ήταν αυτό της ράτσας του. Σε ένα ντελίριο ρατσισμού μας λέει τι (πρέπει να) είναι ο σωστός δημιουργός: “Είσαι ένα φύλλο στο μέγα δέντρο της ράτσας”.

Ο ρατσισμός-εθνικισμός του θα φτάσει στο αποκορύφωμα του όταν συναντηθεί με το Εγώ του. Επαναλάμβανε συχνά με θαυμασμό τα λόγια του Δραγούμη: “Mου αρέσει να νιώθω κι εγώ καμιά φορά πως είμαι ένας από τους πολλούς και περαστικούς άρχοντες του ελληνισμού και πως πρέπει να περάσει κι από μέσα ο ελληνισμός για να προχωρήσει”. Αυτά προκύπτουν όταν ο εθνικισμός συναντά τη μεγαλομανία.

Ποιος όμως είναι αυτός ο περίφημος ελληνισμός; Υπάρχουν πολλά αποσπάσματα από βιβλία, επιστολές και δηλώσεις του, στις οποίες εκφράζεται αρνητικά για τους Έλληνες. Τους έχει ονομάσει “άθλιους ρωμιούς”, “άτιμους ομόφυλους”, “άθλια γενεά”, “ακαταστάλαχτη ράτσα”, “βρωμερή γενεά” και άλλα πολλά. Σε μία επιστολή στον φίλο του Παντελή Πρεβελάκη αναφέρει τα εξής: “Πόσο μακριά βρίσκεσαι εδώ απ’ την επιπόλαιη, φτενή, μικρόμυαλη, μικρόψυχη Ελλάδα. Τι ντροπή ν’ ανήκης σε μια ράτσα ξεπεσμένη, ξεπλυμένη, φελάχα! Πρέπει όλα αυτά να τα νικήσουμε, να ξεφύγουμε, να πολεμήσουμε μέσα μας ό,τι μας σμίγει με το ρωμέικο αίμα”. Όταν λέει ότι η ελληνική ράτσα είναι ξεπεσμένη, εννοεί ότι έχει χάσει τη δύναμη της να επιβάλλεται στις άλλες ράτσες. Για τον Καζαντζάκη η επιβολή είναι πάντα φυλετική, ποτέ ταξική.  Και είναι πανταχού παρούσα. Δε διανοείται ότι υπάρχει ζωή χωρίς αυτήν.

Ο ίδιος όμως δεν έχει τα χαρακτηριστικά που προσάπτει στους υπόλοιπους Έλληνες. Ο εαυτός του είναι εξαίρεση, μαζί με μερικούς ακόμα εκλεκτούς: “η βρωμερή τούτη γενεά θα ψοφήσει και εμείς, οι δύο-τρεις, ας δουλέψουμε να γίνει λίγο καλύτερη η επόμενη”. Το ερώτημα όμως που αναδύεται είναι σε ποιους κάνει επίκληση να κρατήσουν ψηλά το Εγώ της φυλής του; Στους βρωμερούς, στους δύο-τρεις εκλεκτούς, ή σε όλους μαζί; Αναρωτιόμαστε επίσης αν ανάμεσα στους άτιμους και βρωμερούς συμπεριλαμβάνει και όσους έχουν παραβλέψει αυτά τα σχόλια του και έχουν γράψει κάθε λογής πομπώδη εγκώμια γι’ αυτόν και για τα βιβλία του.

Ένα παράδειγμα του ατομισμού και της έλλειψης αλληλεγγύης του αποτελεί ένα περιστατικό  που συνέβη το 1924 στο Ηράκλειο. Είχε πάει για μπάνιο σε ένα ποτάμι με τον αδελφό της πρώτης γυναίκας του, Λευτέρη Αλεξίου. Επειδή δεν ήξερε καλό κολύμπι, κινδύνευσε να πνιγεί. Τον έσωσε το παλικάρι αυτό και ενώ προσπαθούσε να τον βγάλει στην όχθη, ο Καζαντζάκης τον έσφιξε γερά και τον καβαλίκεψε για να μη βουλιάξει. Κάτι παιδιά που τους είδανε του φωνάζανε να τον αφήσει γιατί θα τον έπνιγε από το σφίξιμο. Το παλικάρι δεν τον πέταξε από πάνω του, παρότι ήταν έτοιμο να πνιγεί, επειδή ήξερε ότι αν το έκανε, ίσως ο Καζαντζάκης να πνιγόταν στο ποτάμι επειδή δεν ήξερε καλό κολύμπι. Όταν τα παιδιά είδαν ότι ο Καζαντζάκης ενδιαφερόταν να σώσει μόνο το τομάρι του, έφτιαξαν μία ανθρώπινη αλυσίδα και τους τράβηξαν έξω και τους δύο. Ο Αλεξίου σημειώνει για το τι έγινε μετά το περιστατικό: “Δεν είχε πιεί μήτε μια γουλιά νερό, μα το χειρότερο: δεν ένιωσε την ανάγκη να μου εκφράσει ένα λόγο συμπόνιας, να δείξει πως του κόστισε πως κινδύνεψα εξ’ αιτίας του, να μου παρασταθεί εκεί στην ακροποταμιά που ξεψυχούσα… Ύστερα από μέρες ήρθε ο Μιχάλης και μου λέει πως ο Καζαντζάκης του ανέφερε το γεγονός εντελώς διαφορετικά, σαν ένα ασήμαντο επεισόδιο που θέλω να το εμφανίσω σα σπουδαία πράξη μου”. Μετά από αυτό, από αγανάκτηση έγραψε μερικά σονέτα για να μάθει ο κόσμος τι πραγματικά είχε γίνει. Ο τίτλος τους είναι: «Η Αληθινή ιστορία από μια περιπέτεια στην εκβολή του Γιόφυρου».

Ίδια ήταν η στάση του απέναντι στους άρρωστους ανθρώπους. Τους αντιμετώπιζε με αδιαφορία στα όρια της απέχθειας, ακόμα κι αν αυτοί βρίσκονταν μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Αυτό οφείλεται στο ότι είχε εσωτερικεύσει τη θεωρία του Nietzsche περί δυνατών και αδυνάμων. Αυτή είχε γίνει τρόπος ζωής του, μέρος του Είναι του. Μέρος των αδύναμων ήταν οι άρρωστοι, και γενικά όσοι υποφέρουν και χρειάζονται βοήθεια. Το 1919 αρρώστησε από βαριά πνευμονία ο αδελφός της γυναίκας του. Επειδή θα ήταν επικίνδυνη για την υγεία του η μεταφορά του σε νοσοκομείο, ο ασθενής παρέμεινε στο σπίτι του, στον ίδιο όροφο του διαμερίσματος του ζεύγους Καζαντζάκη. Ο Καζαντζάκης έφυγε από το σπίτι του και όσο διήρκησε η νοσηλεία του συγγενή του έμενε σε ξενοδοχείο, παρότι ο τελευταίος βρισκόταν σε διπλανό διαμέρισμα. Η Έλλη Αλεξίου γράφει για το γεγονός: “Του Καζαντζάκη ήταν ανώτερο των δυνάμεων του να παρευρίσκεται σε αρρώστιες… Πάλευε ηρωικά η καρδιά του Ραδάμανθυ, εμπιστευομένου στους ξένους. Ο Νίκος είχε ξεμακρύνει από το χαροπάλεμα. Ούτε τον πλησίασε, ούτε καν τον είδε άρρωστο”. Την ίδια στάση είχε απέναντι στην αρρώστια του φίλου του Άγγελου Σικελιανού, αλλά και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις.

Στην κοσμοθεωρία του, ανάμεσα στους αδύναμους συγκαταλέγονταν και οι γυναίκες. Τα γραπτά του και η στάση του απέναντι στις γυναίκες είναι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο που εδώ θα θίξουμε με συντομία, με λίγα ενδεικτικά παραδείγματα. Μας κάνει πάντως εντύπωση ο τρόπος που θίγουν το θέμα αυτό διάφοροι «μελετητές» του, κυρίως τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια, οπότε και πολλαπλασιάστηκαν αυτοί που ασχολήθηκαν με τον Καζαντζάκη. Κάποιοι βέβαια δεν το θίγουν καθόλου. Όσοι το κάνουν, είτε αναφέρονται επιγραμματικά και με ουδέτερο τρόπο στις σχέσεις του με γυναίκες, αποφεύγοντας επιμελώς να τις σχολιάσουν, είτε αναλώνονται σε γενικολογίες με τη γνωστή φιλολογίζουσα τακτική του «λέω πολλά αλλά στην ουσία δε λέω τίποτα» . Και στις δύο περιπτώσεις αποφεύγουν να μπουν στην ουσία του θέματος και να κάνουν κριτική στις αντιλήψεις του και στη στάση ζωής του, ή έστω να εκφράσουν μία προσωπική άποψη. Ακόμα και σήμερα αγγίζουν το θέμα αυτό όσο πιο απαλά γίνεται ή δεν το αγγίζουν καθόλου. Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτό γίνεται και από άντρες αλλά και από γυναίκες. Θα έχουν τους λόγους τους για να κρατούν αυτή τη στάση. Εμείς δεν έχουμε λόγους για να κάνουμε το ίδιο. Σημειώνουμε ότι κατά τη γνώμη μας η Λιλή Ζωγράφου και η Έλλη Αλεξίου είναι δύο από τις λιγοστές εξαιρέσεις στον παραπάνω θλιβερό κανόνα.

Στο «Τελευταίος Πειρασμός» λέει: “γιατί η ψυχή του αντρούς αϊτοφωλιάει ψηλά στην κεφαλή του και της γυναίκας η ψυχή κλωσάει βαθειά στα δυο βυζιά της!”. Στο μυαλό του όλα συνδέονται με τη θεωρητική μετουσίωση της ύλης σε πνεύμα: Ο άντρας μετουσιώνει την «κατώτερη» σάρκα σε πνεύμα, ενώ η γυναίκα υποβαθμίζει το «ανώτερο» πνεύμα, κάνοντας το σάρκα.

Στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» κάνει σαφή το ρόλο του άντρα: “Είμαι άντρας … τυραννώ τα θηλυκά, αυτό θέλω”.  Στο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» μας λέει ότι η γυναίκα (που έχει στο μυαλό του) δεν θέλει να είναι ελεύθερη, και φτάνει να αναρωτιέται αν η γυναίκα είναι άνθρωπος: “Εγώ νομίζω πως άνθρωπος είναι αυτός που θέλει να ‘ναι λεύτερος. Η γυναίκα δε θέλει να ΄ναι λεύτερη, είναι λοιπόν η γυναίκα άνθρωπος;”

Σε μία συνέντευξή του το 1953, εξηγεί τον ρόλο που έχει η γυναίκα στο δικό του κόσμο: “Η γυναίκα παίζει ρόλο δευτερεύοντα. Με τις γοητείες της, τις αρετές της, τα ελαττώματα της, επιβραδύνει την πορεία των ανδρών”. Θα ζητήσει και μία εικονική συγνώμη από το δημοσιογράφο γι’ αυτή του την “ανατολίτικη άποψη”… Αυτή του η άποψη φαίνεται καθαρά σε όλα του τα έργα στα οποία υπάρχουν δευτερεύοντες γυναικείοι χαρακτήρες.  Για παράδειγμα, στο Ζορμπά η μαντάμ Ορτάνς είναι μία γυναίκα υποταγμένη στην ανδρική κυριαρχία. Κάποιες φορές εμποδίζει την πορεία του πρωταγωνιστή άνδρα προς τη μπεργκσονική και νιτσεϊκή ανύψωση, κάποιες άλλες έχει υποβοηθητικό ρόλο στην πορεία του αυτή. Ο Καπετάν Μιχάλης δεν ενδίδει στον πειρασμό της Εμινέ. Η γυναικεία παρουσία δεν είναι αυθύπαρκτη στο έργο, αλλά προσδιορίζεται από την πορεία και εξέλιξη των αντρικών χαραχτήρων. Είναι ένα εμπόδιο στην πορεία του άντρα πρωταγωνιστή προς το ξεπέρασμα των παθών και συναισθημάτων του, προς την (πανταχού παρούσα) ανύψωση και τη θεοποίηση. Όταν τη σκοτώσει, θα κατακτήσει την «ελευθερία», γι’ αυτό και με την πράξη του αυτή θα αφηρωιστεί, αφού απαλλάχτηκε από τα ανθρώπινα δεσμά που τον κρατούσαν στο επίπεδο του ανθρώπου. Έστω και με δολοφονία…

Ο ετερόφωτος χαραχτήρας της γυναικείας υπόστασης ομολογείται από τον ίδιο σε ένα από τα γράμματά του στον Πρεβελάκη, στο οποίο γράφει για τις γυναίκες ότι “καμιά δεν έχουν αυτόφωτη λάμψη”. Πίστευε ότι “μονάχα ο άντρας μπορεί να γίνει τέλεια λεύτερα, η γυναίκα δεν μπορεί”.

Το 1909, στην κριτική του στη νουβέλα της Γαλάτειας Καζαντζάκη «Ridi Pagliaccio» γράφει: “Ό, τι κι αν λέμε, ο αληθινός ρόλος της γυναίκας είναι ν’ αγαπά, να πονεί, να χαίρεται και να σωπαίνει. Και όχι να σηκώνεται και να δρασκελίζει το κατώφλι του σπιτιού της και να βγαίνει στα τρίστρατα μεσόγυμνη και να δείχνει σ’ όλους τους διαβάτες κλαψιάρα, τα μπράτσα της τα μπλαβισμένα από τα φιλήματα του Αγαπητικού”. Η περιγραφή του ρόλου που θα πρέπει να έχει η γυναίκα είναι πολύ κοντά σε αυτόν που είχε η μητέρα του στη ζωή της.

Το 1939, απαντά σε μία αρνητική κριτική της Έλλης Λαμπρίδη στην «Οδύσεια» του, η οποία είχε τίτλο “Η Μεταφυσική της Οδύσσειας”. Αναφέρει τα τέσσερα στάδια που κατά τη γνώμη του μπορεί να διανύσει ο άνθρωπος. Το τέταρτο και ανώτατο είναι ότι το Ένα (η σύμπτυξη Καλού και Κακού) δεν υπάρχει. Γι’ αυτό το στάδιο γράφει σχετικά: “Στο τέταρτο αυτό, το ανώτατο στάδιο, είναι αδύνατο (η γυναικεία Φύση της δεν την αφήνει) να φτάσει ποτέ μία γυναίκα, όσο προχωρημένη κι αν είναι-όπως Εσείς”.

Θα σκεφτεί κάποιος ότι οι ιδέες αυτές απηχούν το γενικότερο πνεύμα της εποχής του. Όμως, στην ίδια εποχή έζησαν πολλοί άνθρωποι με αντίθετες στον φαλλοκρατισμό ιδέες. Μερικοί από αυτούς ήταν στο στενό του περιβάλλον, άλλους τους γνώρισε στην Αθήνα και στα ταξίδια του. Δεν τον επηρέασαν στο ελάχιστο. Η ιδιοσυγκρασία του, το οικογενειακό του περιβάλλον, η ανατροφή του και οι απόκοσμες ιδεολογίες που ασπάστηκε σε νεαρή ηλικία, διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό το χαραχτήρα του, την άποψη του για τις γυναίκες και τη στάση ζωής του απέναντι σε αυτές.

Οι φορείς της Θεότητας, το πυρακτωμένο νεφέλωμα και η πνευματική ψώρα

Όπως είδαμε πιο πριν, ο Καζαντζάκης τοποθετεί χρονικά την εθνικιστική του φάση ως το 1923. Μετά αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερός. Ποτέ όμως δεν αποκήρυξε δημόσια ή έμμεσα τον εθνικισμό, ούτε και τον ιδεαλισμό, τη μεταφυσική και τον αγνωστικισμό, ούτε ποτέ προσχώρησε στον υλισμό. Απλά αποδεχόμενος το ιδεολογικό καλούπι του Δραγούμη, αυθυποβλήθηκε ότι για να φτάσει στην ανύψωση και τη θέωση, ήταν αναγκαίο να περάσει από ένα στάδιο στο οποίο θα έβγαζε από πάνω του τον μανδύα του “Εγώ” και της “Ράτσας” και θα έβαζε αυτόν της “Ανθρωπότητας”. Αυτό ακριβώς επιχείρησε να κάνει. Και το έκανε προσαρμόζοντας πάντα το αντικείμενο της θεωρητικής του αναζήτησης στα πλαίσια της ατομικής του θρησκευτικότητας και της περίφημης πορείας προς την “ανύψωση”.

Με αυτό το θρησκευτικό-μεσσιανικό αυτό τρόπο προσέγγισε και τη ρώσικη επανάσταση. Την είδε υπό το πρίσμα του νιτσεϊσμού και της μεταφυσικής του εμμονής. Τον γοήτευσε σαν ένα γεγονός που ήρθε να βαλτώσει τα λιμνάζοντα νερά εκείνης της εποχής. Τον κόσμο της εποχής του τον ονομάζει “σάπιο, ανήθικο κι ανάξιο”, όχι επειδή ήταν ένας κόσμος κοινωνικής αδικίας, εκμετάλλευσης, καταπίεσης του ανθρώπου από άνθρωπο, πολέμων και καταστροφών, αλλά επειδή η κυρίαρχη ηθική του δεν εντασσόταν στη νεφελώδη ηθική του Υπερανθρώπου.

Ένας δεύτερος λόγος που γοητεύτηκε από τη ρώσικη επανάσταση και το Lenin (και αργότερα από την άνοδο του φασισμού και εθνικοσοσιαλισμού στην Ευρώπη και τους ηγέτες τους) ήταν η δύναμη. Όπως είπαμε πιο πριν τον είχε συνεπάρει η αντίληψη περί δύναμης του Nietzsche. Η Λιλή Ζωγράφου, στο βιβλίο της «Νίκος Καζαντζάκης, ένας τραγικός» διακρίνει στα γραπτά του Καζαντζάκη ένα κακοχωνεμένο Nietzsche και σημειώνει σχετικά με το θέμα της δύναμης: “Ο Καζαντζάκης θα σταματήσει έκθαμβος όπου βρει δύναμη. Συγκλονιζότανε από τυράννους και καταλυτές της ελευθερίας. Το ίδιο στάθηκε και στα 1922 μπροστά στον Λένιν, όπως θα θαύμαζε αδίσταχτα την επομένη το φασισμό του Μουσολίνι”.

Την προσπάθεια αλλαγής του παλιού την ενέταξε στη διαδικασία των σταδίων προς την “ανύψωση” και την περιέγραφε με όρους θρησκευτικούς, προσδίδοντας της ηρωικά και μεσσιανικά στοιχεία: “κάθε προσπάθεια να γκρεμιστεί [ο παλιός κόσμος] φαίνεται και είναι ιερή”, “το δεύτερο χρέος, το θετικό, κάθε τίμιου σήμερα ανθρώπου είναι η προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας κόσμος καλύτερος, όπου να κυριαρχεί αυτό που λέμε φως ή Θεός ή ανήφορος. Την προσπάθεια τούτη την ηρωική, τη μαρτυρική, ανέλαβε και πραγματοποιεί – αυτή είναι η φοβερή της ιστορική αποστολή – η Σοβιετική Ρωσία”. Συμπάθησε ξαφνικά τους Ρώσους γιατί του φαίνονταν ότι ήταν οι… αντιπρόσωποι του Θεού του στη Γη: “Μάλιστα αν εξετάσω βαθύτερα, οι πιο εγκάρδιοί μου σημερνοί αντιπρόσωποι του ανθρώπινου γένους είναι οι Pώσοι. Aφτοί μου φαίνονται σήμερα οι φορείς της Θεότητας”. Στο μυαλό του τα γεγονότα της ρωσικής επανάστασης ταυτίζονταν με τον ατέρμονο στρόβιλο της ανύψωσης του Bergson: “Αυτή είναι σήμερα ο δημιουργικός στρόβιλος, το περιδινούμενο πυραχτωμένο νεφέλωμα, που διαμορφώνεται και συμπυκνώνεται ολοένα…”.  Παρομοίασε τη ρώσικη επανάσταση με θρησκεία και το Λένιν σαν ένα νέο μεσσία. Τα συνέδρια του ΚΚΣΕ τα παρομοίασε με τις οικουμενικές συνόδους και τη Μόσχα με τη νέα Ιερουσαλήμ.

Σχετικά με αυτό η Έλλη Αλεξίου μας λέει ότι ο Καζαντζάκης “πιστεύει πως η ρούσικη επανάσταση πρέπει να πάρει θρησκευτικό περιεχόμενο. Ο Λένιν, ο σύγχρονος Χριστός, ο ίδιος προφήτης του, θα συναγείρει τα πλήθη στη νέα θρησκεία, και καθώς η Ασία είναι βάρβαρη, αποτελεί τον κατάλληλο χώρο για να ανθίσουν και να καρπίσουν τα νέα δόγματα”. Δεν τον ενοχλούσε καθόλου το γεγονός ότι στον σοβιετικό «κομμουνισμό» (ή κρατικό καπιταλισμό) όλα προέρχονταν από τα πάνω και κατευθύνονταν προς τα κάτω, προς τις μάζες, αφού πίστευε ότι ο ηγέτης του σοβιετικού καθεστώτος είχε τα χαρακτηριστικά του αρχετύπου του δικού του ήρωα με αποκαλυπτικά-μεσσιανικά στοιχεία: “Οι μάζες μπορούν μόνο να τραυλίζουν αόριστα αυτό το ιδεώδες της ουτοπίας. Ο ήρωας βρίσκει τον καθαρό λόγο που καθιστά το ασύνεκτο συνεκτικό και αποκαλύπτει στις μάζες αυτό που αυτές επιθυμούν και μπορούν”.

Το 1953 όμως, σε μία συνέντευξη του σε ένα Γάλλο δημοσιογράφο είχε προσδώσει ένα κάπως διαφορετικό ρόλο στους ήρωες: «Ένας λαός που υποφέρει χρειάζεται ήρωες”. Εδώ αναφέρεται στον ελληνικό λαό, όμως η φράση του αυτή είναι αποκαλυπτική του τι πρέσβευε πολιτικά. Εμείς θα πούμε ότι ένας λαός που υποφέρει δεν χρειάζεται κανέναν ήρωα. Χρειάζεται να αποτινάξει τον ζυγό που τον κάνει να υποφέρει. Αν αποδεχτεί τη σωτηρία του από τους ήρωες, θα πρέπει να προετοιμάζεται για την υποταγή του σε αυτούς.

Έφτασε να δηλώσει ότι ήθελε να μάθει ρώσικα για να κάνει κήρυγμα στα σοβιετικά πλήθη: “Θα μιλώ στα πλήθη, μισή μέρα δουλειά, η άλλη μισή κήρυγμα”. Σε μία επιστολή του στην Έλλη Λαμπρίδου εκφράζει το θαυμασμό του για τους Ρώσους, επειδή του έδιναν την εντύπωση του Άγριου και του Πρωτόγονου. Πίστευε ότι ήταν έτοιμοι να συμμετέχουν στο φανταστικό του αγώνα προς τον Υπεράνθρωπο. Έκανε συχνά πυκνά και τα απαραίτητα φυλετικά σχόλια για τις παρηκμασμένες – κατ’ αυτόν – φυλές, που δεν τηρούν τις προδιαγραφές της νιτσεϊκής-μπεργκσονικής του ονείρωξης. Στο τέλος, σε μία έκρηξη αφελούς μεγαλοϊδεατισμού, φαντασιώνεται τον εαυτό του ως αρχηγό ανθρώπινων κοπαδιών! Έχει μία γραφικότητα και αφέλεια η δήλωση του που δεν τις συναντάς συχνά σήμερα: “Η ράτσα η ρούσικη μούκαμε πάλι καταπληχτική εντύποση: άγρια, πρωτόγονη, brutale, οι άντρες όλο σκοτάδι, οι γυναίκες όλο λαγόνια. Πώς περπατούν, σα γελάδες, βαριά και μουντά και πλήθος μαζί, κοπάδια και πάνε. Τι διαφορά με τα λιγνά ανεμώλια χωρίς φως και σκοτάδι, τους Έληνες! Αχ! νάμουν γενημένος ρούσος! Αχ! νάμουν από τις ράτσες που έρχουνται και όχι από τις βαριοφορτομένες, décadentes, vieilles cocottes , τις ελληνολατινικές! Μα τόρα πια είναι πολύ αργά και άλη ζωή δεν υπάρχει. Raté. Αχ! νάμουν ρούσος θάκανα μεγάλα πράματα, θα γινόμουν αρχηγός σε αρίφνητά κοπάδια”. 

Οι οικείοι του δεν πήραν στα σοβαρά αυτές του τις προθέσεις να γίνει κήρυκας στη Σοβιετική Ένωση. Ο πρώτος λόγος είναι ότι το σοβιετικό καθεστώς δεν θα εμπιστευόταν την προπαγάνδα του δε κάποιον άγνωστο, ξένο και μη κομμουνιστή. Ο ίδιος, σε ένα γράμμα του στον Πρεβελάκη είχε δηλώσει ότι “κομμουνιστής δεν ήμουν ποτέ. Ποτέ δε με έπιασε αυτή η πνευματική ψώρα”. Δεν τα είπε όμως αυτά στους Σοβιετικούς όταν πήγε στη Ρωσία… Ο δεύτερος ήταν επειδή γνώριζαν ότι συνήθως τα λεγόμενα του απείχαν από την πράξη. Λέει χαρακτηριστικά η Έλλη Αλεξίου (η υπογράμμιση δική της): “Από όλα αυτά, τα τρελά και ανισόρροπα, που όμως τα γράφει στη Γαλάτεια με σοβαροφάνεια – η Γαλάτεια, εννοείται, τα σάρκαζε, – όχι τι κατάφερε, μα τι προσπάθησε να καταφέρει; Τίποτα.”.

Δύο φαινόμενα “βαθιά σημαντικότατα, άξια του πιο μεγάλου σεβασμού και φόβου”

Τις δεκαετίες του ’20 και του ’30  επισκέφτηκε την Ιταλία και την Ισπανία ως ανταποκριτής των φιλομοναρχικών εφημερίδων Ακρόπολις, Ελεύθερος Τύπος και Καθημερινή. Στην Ισπανία πήγε για πρώτη φορά το 1926 και για δεύτερη στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Οι συνεντεύξεις του και οι ανταποκρίσεις του δημοσιεύονταν τότε στην πρώτη σελίδα της Καθημερινής. Οι ανταποκρίσεις του ήταν μία απάντηση σε αυτές του φιλοφασιστικού Ελεύθερου Βήματος αλλά κυρίως σε αυτές του Ριζοσπάστη, ο οποίος από τον Ιούλιο του 1936 έστελνε ανταποκρίσεις δικών του απεσταλμένων και μεταφράσεις ανταποκρίσεων ξένων δημοσιογράφων.

Η Καθημερινή ήταν μία από τις εφημερίδες που αναπαρήγαγε τη φασιστική προπαγάνδα του δικτάτορα Μεταξά περί τρίτου ελληνικού πολιτισμού και γενικά όποια ηλιθιότητα έβγαινε από το στόμα των μικρονοϊκών φασιστοειδών του Καθεστώτος. Ο υπουργός προπαγάνδας του Καθεστώτος αρθρογραφούσε συχνά στην εφημερίδα αυτή. Ο εκδότης της Καθημερινής Γεώργιος Βλάχος είχε πάρει συνέντευξη από τον Φράνκο, τον οποίο θαύμαζε και έγλυφε με διάφορους πομπώδεις χαρακτηρισμούς. Μεταξύ των άλλων αποκαλούσε τον αιμοσταγή δικτάτορα “εξοχότατο”, “ειρηνόφιλο μετ’ αξιοπρέπειας”, “ήρωα”, “δημιουργό Ιστορίας” και “λατρεία του ισπανικού λαού”. Ήξερε πολύ καλά ο Καζαντζάκης ποια ήταν η εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν. Όλα αυτά δεν τον απέτρεψαν να συνεργαστεί με την Καθημερινή.

Συμπληρωματικά και για να μη ξεχνάμε ποιος ήταν τι, θα γράψουμε ότι το 1938 ο γνωστός φασίστας και εκδότης της Εστίας Αχιλλέας Κύρου συνέταξε ένα κείμενο στήριξης στον Franco. Τo κείμενο το υπέγραψαν – μεταξύ άλλων – πάνω από εξήντα «άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών» (τρομάρα τους), μεταξύ των οποίων ο Γεώργιος Βλάχος, ο Κωστής Παλαμάς και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. Επίσης, το 1941 ο Βλάχος θα γράψει και θα δημοσιεύσει στην Καθημερινή την “Ανοικτή επιστολή προς την Αυτού Εξοχότητα τον κ. Α. Χίτλερ, Αρχικαγκελλάριον του Γερμανικού Κράτους”.

Το 1926 ο Καζαντζάκης θα πάρει συνέντευξη από τον Ισπανό δικτάτορα Primo de Rivera και από άλλους φασίστες, στελέχη του καθεστώτος του. Κατόπιν θα πάει στη Ρώμη, όπου θα πάρει συνέντευξη από τον Mussolini. Σε αυτή μεταφέρει την αγωνία του για την πιθανή πτώση του ιταλικού φασισμού: “Τι θα συμβεί όταν λείψει ο Μουσολίνι; Να το εναγώνιο ερώτημα που θέτουν με τρόμο εχθροί και φίλοι” και ανησυχεί για “το χάος που θα επιφέρει ένας μεγάλος κλονισμός του Φασισμού: ο θάνατος του Μουσολίνι, ένας άτυχος πόλεμος, η ματαίωση των παραφουσκωμένων σημερινών ελπίδων”.

Δεν έκρυψε το θαυμασμό του για το σύνθημα των ιταλών φασιστών «ζην επικινδύνως», αφού ήταν παρμένο από τη νιτσεϊκή φιλοσοφία και ήταν ταυτισμένο με τη δική του θεωρία για αγάπη του κινδύνου: “Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας. Αγάπα τον κίντυνο. Τί είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω! Ποιό δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ. Ακλούθα μου! Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερο του ρυθμό είναι λεύτερος”. Εδώ έχουμε έναν ακόμα ιδιότυπο ορισμό της ελευθερίας. Ο υπάκουος σε ανώτερες από αυτόν μεταφυσικές δυνάμεις είναι ελεύθερος. Όσο και να στρογγυλευτούν τα λόγια αυτά, ερμηνεύοντας αμφίσημα την υπακοή στον “ανώτερο ρυθμό”, δεν θα μπορέσουμε να συμφωνήσουμε μαζί του.

Ούτε για την ιταλική φασιστική νεολαία έκρυψε το θαυμασμό του: “Πρέπει να δει κανείς τους νέους αυτούς … πώς τραγουδούν, πώς πάνε εκδρομές, πώς δουλεύουν, πώς είναι ντυμένοι”.  Με τη δική του ματιά έβλεπε στους φασίστες τους φορείς του δικού του “νέου πολιτισμού” της ανθρωπότητας του μέλλοντος, αυτής των δυνατών φυλών. Σε μία συνέντευξη του, στον Emil Ludwig, ο Mussolini δίνει την εκδοχή του ιταλικού φασισμού για το τι σημαίνει ανθρωπότητα: H ανθρωπότητα είναι η φυλή της οποίας είναι ο καθένας μας καρπός”.

Στη συνέντευξη-συζήτηση με τον Mussolini βρίσκει ομοιότητες μεταξύ μπολσεβίκων και φασιστών, αναφορικά με την αυστηρή υποταγή του ατόμου στο σύνολο, την πειθαρχία, την προσπάθεια να φτάσουν στη “μεγάλη ελευθερία”, και τον ενθουσιασμό της νεολαίας τους. Καταλήγει, μιλώντας για τους τρεις ηγέτες που θεωρεί ότι έχουν το δικαίωμα να μας πλάσουν και να μας κάνουν σαν κι αυτούς: “Τρεις είναι σήμερα, θαρρώ, οι ανώτατοι τύποι που έχουν το δικαίωμα να πλάσουν, κατ’ εικόνα τους και ομοίωση τους ανθρώπους: ο Λένιν, ο Γκάντι κι ο Μουσολίνι”.

Όπως θα δούμε παρακάτω πιο αναλυτικά, το 1936 σε ένα άρθρο του στην Καθημερινή έγραφε για τον Hitler: “Ο Χίτλερ είναι όργανο μιας ανώτερής του δύναμης… Ό,τι καλό έχει το οφείλει σε παθητικές εντός του δυνάμεις, σε θηλυκά στοιχεία που δέχονται την τεράστια υποβολή της κινδυνεύουσας ράτσας του”. Εδώ αναφέρει τον κίνδυνο που διατρέχει η γερμανική φυλή, χωρίς όμως να τον κατονομάζει. Πιο κάτω θα δούμε πως δικαιολογεί τους επεκτατικούς πολέμους των Ιταλών φασιστών και των Γερμανών ναζιστών, ταυτιζόμενος με τη θεωρία περί ζωτικού χώρου των τελευταίων.

Στο ίδιο άρθρο έγραφε: Ο φασισμός και ο χιτλερισμός είναι φαινόμενα βαθιά, σημαντικότατα, άξια του πιο μεγάλου σεβασμού και φόβου, γιατί πηγάζουν από βαθιές ψυχές συνάμα κι’ οικονομικές ανάγκες του λαού όπου εγεννήθηκαν. Ο Μουσολίνι κι’ ο Χίτλερ είναι δυο μεγάλοι πρωταθλητές που συντελούν με τον τρόπο τον εδικό τους –όπως κι ο Λένιν με τον Γκάντι με τον εδικό τους τρόπο– να λυθεί το τρομαχτικό παγκόσμιο δράμα που ζούμε”. Αυτό το παγκόσμιο δράμα που αναφέρει είναι η παρακμή του αστικού κόσμου, η οποία πίστευε ότι θα ξεπερνιόταν με ένα πόλεμο. Γι’ αυτό και σέβεται και θαυμάζει τον φασισμό και το ναζισμό που όπως λέει “πηγάζουν από βαθιές ψυχές”. Πόσο βαθιές ήταν οι ψυχές τους το είδε καθαρά η ανθρωπότητα λίγα χρόνια αργότερα, και με διάφορους τρόπους το βλέπει μέχρι και σήμερα…

Τον ίδιο ενθουσιασμό έδειξε όταν συνάντησε τον τότε πραξικοπηματία και μελλοντικό δικτάτορα Franco στην Ισπανία. Η ατμόσφαιρα στα περίχωρα του στρατηγείου του Franco μας περιγράφεται από τον Καζαντζάκη ως ειδυλλιακή: “Έρχεται η μουσική στην αυλή, κάτω απ’ τα αψηλά παράθυρα του Φράνκο. Μαζώνεται απ’ τους δρόμους ο λαός, ξεπροβαίνουν γυναίκες μακιγιαρισμένες, λουσμένες, έτοιμες. Τίποτα δε λείπει: παπάδες, στρατιώτες, γυναίκες, μουσική, σκούφοι πολύχρωμοι, ένας αρχηγός αθέατος που δουλεύει ψηλά, πίσω από μία βαριά κουρτίνα, τίποτα δε λείπει. Κι οι Ισπανοί χαίρονται που η ζωή τους πήρε χρώμα και νόημα”. Ο αρχηγός δουλεύει και ο κόσμος από κάτω χαίρεται… Ο πόλεμος μαίνεται, άνθρωποι σκοτώνονται, βασανίζονται και φυλακίζονται, πόλεις και χωριά καίγονται, ζωές καταστρέφονται, όμως αυτός τους βλέπει όλους να χαίρονται που τάχα με τον πόλεμο η ζωή τους πήρε νόημα… Εδώ ο Καζαντζάκης προβάλλει στον κόσμο τη δική του χαρά που ζει – εκ του ασφαλούς – την εξέλιξη ενός πολέμου. Πόσο νοσηρά είναι όλα αυτά και πόσο μακριά από τις αναμνήσεις και τις ανταποκρίσεις και αφηγήσεις του Hemmingway και άλλων δημοσιογράφων, συγγραφέων και απλών ανθρώπων που έζησαν από κοντά τη φρίκη του πολέμου…

Οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι που είχαν μιλήσει με τον Franco στη συνέντευξη βγήκανε από το γραφείο του με δυσφορία. Ο Καζαντζάκης όμως χάρηκε όμως για τη συνάντηση και τον αξιολογεί θετικά: “Μα εγώ ήμουν χαρούμενος, γιατί είδα έναν άνθρωπο αποφασισμένο και γαλήνιο, τέλειο όργανο της εποχής του, πειθαρχημένον εργάτη και συνεργάτη του φοβερού, ανήλεου καιρού που ζούμε”. Την – πιθανή τότε – νίκη των φασιστών στον ισπανικό εμφύλιο την αξιολογεί ως νίκη της “θριαμβευούσης Ισπανίας”: “Έφυγα από το γραφείο του αρχιστράτηγου Φράνκο, γύριζα τα στενά δρομάκια της Αβίλας, κι΄ ανάπνεα με ταραχή τον αγέρα-σκληρό, αποφασιστικό, φλεγόμενο- που περικυκλώνει τον αρχηγό της εθνικιστικής, θριαμβευούσης σήμερα Ισπανίας. Ένοιωθα πως αυτός είναι ο άνθρωπος που ξέρει να κυβερνάει, το οργανικό μυαλό που ξέρει να συνδυάζει, η αλύγιστη θέληση που ξέρει να τιμωρεί και να επιβάλλεται. Ο άνθρωπος αυτός είναι γεννημένος να νικήσει. Αν δεν μεσολαβήσει κανένα απροσδόκητο, κανένα τρομακτικά απροσδόκητο, σίγουρα θα νικήσει”. O φασίστας Franco που για περίπου μισό αιώνα επέβαλλε στην Ισπανία ένα στυγνό τυραννικό καθεστώς, είναι για τον Καζαντζάκη η προσωποποίηση της αλύγιστης θέλησης που ξέρει να τιμωρεί και να επιβάλλεται… Δεν έχουν την ίδια γνώμη οι εκατομμύρια άνθρωποι που έζησαν τον ολοκληρωτισμό, ούτε βέβαια οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί και αγνοούμενοι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του. Θα πουν κάποιοι, επιχειρώντας να δικαιολογήσουν τη στάση του Καζαντζάκη, πως τότε δεν ήταν ακόμα δικτάτορας. Στυγνός φασίστας όμως ήταν πάντα. Θα πουν ότι ο Καζαντζάκης δεν ήξερε τότε τι θα επακολουθήσει. Είχε ζήσει όμως τα πραξικοπήματα και τα εγκλήματα των Primo de Rivera και Franco, είχε ζήσει το βομβαρδισμό της Guernica… Έζησε τα 18 πρώτα χρόνια της δικτατορίας του Franco (1939-1957) και δεν ούτε μια φορά δεν έκανε έστω μία απλή προφορική δήλωση εναντίωσης. Δεν το έκανε ούτε όταν πήγε στην Ισπανία, ούτε τις επόμενες δύο δεκαετίες, οπότε και διαπράχτηκαν τα μεγαλύτερα εγκλήματα των Ισπανών φασιστών.

Τους παραστρατιωτικούς φασίστες της Φάλαγγας που είχε ιδρύσει ο Primo de Rivera τους παρουσιάζει ως στρατιώτες “συνεπαρμένους από την επαναστατική φλόγα”. Η “επανάσταση” στην οποία αναφέρεται στις ανταποκρίσεις του ο καλός συγγραφέας και νεόκοπος δημοσιογράφος είναι το στρατιωτικό πραξικόπημα του Franco εναντίον της αβασίλευτης «δεύτερης ισπανικής δημοκρατίας». Ο Καζαντζάκης μας πληροφορεί επίσης ότι “η Δημοκρατία έφερε την αναρχία και τη διάλυση”. Πόσο πιο καθαρά πια μπορεί να σου πει κάποιος τι είναι και τι πιστεύει και εσύ να κάνεις τα στραβά μάτια;

Ας δούμε ένα άλλο μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του «Ταξιδεύοντας – Ισπανία», στο οποίο εκστασιασμένος με το λογύδριο ενός νεαρού φασίστα γράφει: “Έφυγα, βαθιά κρατώντας στο νου μου τα λόγια του νέου Φαλαγγίτη. Και περισσότερο από τα λόγια, την έκφραση του προσώπου, τον τόνο της φωνής, τη φλόγα του ματιού του. Ένιωθα πως μιλούσαν με το στόμα του εκατομμύρια νέοι σε όλον τον κόσμο”. Θαυμάζει τους φασίστες φαλαγγίτες να τραγουδούν τον ύμνο τους: “Έτσι όπως τραγουδιώταν από νεανικά λαρύγγια, ο ύμνος αυτός ξεπερνούσε τα σύνορα της Ισπανίας. Ξεπερνούσε την Ιδέα που υμνούσε και γίνουνταν, με ανάλαφρες αλλαγές, ένας παγκόσμιος ύμνος του έρωτα και του θανάτου». Τις κατευθυντήριες γραμμές για τη συγγραφή του ύμνου της φασιστικής φάλαγγας τις είχε δώσει ο ίδιος ο δικτάτορας (1923-1930) Primo de Rivera. Αλήθεια, ποιοι είναι σήμερα οι ομοϊδεάτες και θαυμαστές των φαλαγγιτών που τόσο θαύμαζε τότε ο Καζαντζάκης;

Οι ανταποκρίσεις του γίνονται από την πλευρά των φασιστών. Κατακρίνει την “εγκληματική απερισκεψία των κόκκινων”, και επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στις “φρικαλεότητες των αριστερών που καίνε ζωντανούς ιερείς, παιδιά και νοικοκυραίους”. Η άλλη παράταξη, αυτή του Φράνκο, δεν κάνει τέτοια πράγματα, ή τουλάχιστον δεν τα αναφέρει ο Καζαντζάκης.

Σε μία από τις ανταποκρίσεις του εξιστορεί την πολιορκία του Τολέδο από τους Δημοκρατικούς και τους συμμάχους τους, και εκθειάζει τους πολιορκούμενους φασίστες του Φράνκο και την αντίσταση τους κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Στην Καθημερινή η σχετική ανταπόκριση του έχει τον τίτλο “Αλκάθαρ, το Μεσολόγγι της Ισπανίας” και τους εξής υπότιτλους :“Τολέδο, καταπληκτικόν θέαμα ερειπίων. Τι διηγούνται οι ελεύθεροι πολιορκημένοι του. 70 ημέραι αγωνίας, ηρωισμού, πείσματος, μέχρι της τελικής ημέρας της Απελευθερώσεως”.

Σε μία άλλη ανταπόκριση, σε ένα διάλογο που έχει με έναν αξιωματικό του ισπανικού στρατού, πληροφορείται για τη συμμετοχή μαροκινών μισθοφόρων στρατιωτών στο πλευρό των δυνάμεων του Φράνκο. Εκφράζει την ανησυχία του για την πιθανότητα οι αφρικανοί αυτοί να κατακτήσουν κάποτε την Ισπανία και να μολύνουν τη λευκή ισπανική φυλή. 

Θυμίζουμε ότι την περίοδο αυτή έχει αυτοπροσδιοριστεί ως αριστερός. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού. Όμως με την πράξη του αυτή δίνει το δικαίωμα στους άλλους να κρίνουν τόσο τον αυτοπροσδιορισμό όσο και τον ίδιο. Στην περίπτωση του Καζαντζάκη νομίζουμε ότι αυτός ο αυτοπροσδιορισμός του ξεπερνά όλα τα όρια της λογικής και αναιρεί ακόμα και τη ρήση ότι στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις.

Σε αντίθεση με πολλούς αριστερούς και προοδευτικούς «διανοούμενους» που -μέχρι και σήμερα – κάνουν πως λησμονούν τι έγραφε εκείνη την εποχή ο Καζαντζάκης στην Ισπανία (και όχι μόνο…) ή μιλάνε για μία παρένθεση ή μία μαύρη σελίδα και συνεχίζουν να θολώνουν τα νερά και να τον παρουσιάζουν σαν ένα προοδευτικό στοχαστή, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ασημάκης Πανσέληνος είναι ένας από αυτούς που τότε άσκησαν κριτική στις ανταποκρίσεις του: “Ο δικός μας, ο Νίκος Καζαντζάκης, σταλμένος από μία δεξιά εφημερίδα στο στρατόπεδο του Φράνκο, τα μπέρδεψε λίγο από την άποψη τούτη. Απόφυγε ή δεν μπόρεσε, με απαράδεκτο τρόπο, να καταλάβει το απλό νόημα των γεγονότων – χάθηκε μέσα σε ανεπίκαιρες γενικεύσεις. Ξεχώρισε, λέει, πίσω από τις πρόσκαιρες μάσκες, κόκκινες ή μαύρες, που φορούσαν οι αντιμαχόμενοι, το όλο πάθος και φλόγα γυμνό πρόσωπο του Ισπανού. (…) Έτσι εξίσωσε, θέλοντας και μη, τις δύο παρατάξεις, κι έριξε την ευθύνη στη μοίρα. Τη Μαδρίτη την είδε από μακριά, από το στρατόπεδο των εθνικιστών, να καίγεται από τις μπόμπες (όπως είδε και το Τολέδο), και σκέφτηκε ότι πρέπει να βιαστούμε να δούμε ό,τι όμορφο απόμεινε στη Γη πριν το αφανίσουν οι σκοτεινές δυνάμεις! Η στάση του δεν ήταν στάση σύγχρονου ανθρώπου με προσανατολισμένη καρδιά, παρά μάλλον ψυχρού ανθρωπολόγου που πήγε επί τόπου να επιβεβαιώσει τις ζωώδικες καταβολές του ανθρώπινου είδους, σα να τις είχε αμφισβητήσει κανείς”. Εξαιρετικά αφιερωμένο το κείμενο του Πανσέληνου στους αριστερούς και προοδευτικούς «διανοούμενους».

“Το μεγαλύτερο έπος της λευκής φυλής”

Το έργο του«Οδύσεια» ο Καζαντζάκης το χώρισε σε 24 ραψωδίες, μιμούμενος τον Όμηρο ή μάλλον τους Αλεξανδρινούς γραμματικούς που χώρισαν την Οδύσσεια του Ομήρου σε 24 ραψωδίες. Αρχικά είχε γράψει πάνω από 50.000 στίχους, αλλά επειδή είχε ένα μεγάλο κόλλημα με τον αριθμό 3, τους μείωσε και έφτασε να έχει 33.333 στίχους.

Μέσα στο μεγαλοϊδεατισμό του είχε βαλθεί να ξεπεράσει (σε ποσότητα) τους στίχους του Ομήρου και τα έργα του Shakespeare: O Όμηρος έγραψε 15.000 στίχους, εγώ θα γράψω 30.000. Πρέπει να τον ξεπεράσω. Ο Σαίξπηρ έγραψε 35 τραγωδίες έμμετρες, 35 έργα, τραγωδίες και κωμωδίες. Πρέπει να τον ξεπεράσω. Τα κάντα μου να γίνουν 80, αφού θα ζήσω 85 χρόνια”… Αυτό το τελευταίο του το είχε πει μία μάγισσα στην οποία είχε προσφύγει για να μάθει πόσο θα ζήσει. Πίστευε στα ξόρκια και στις προφητείες, και για ένα μεγάλο διάστημα της ζωής του δεν το έκρυβε. Για όσους αναρωτιούνται αν η προφητεία της μάγισσας βγήκε αληθινή, να πούμε ότι πέθανε 74 ετών. 

Μόλις εκδόθηκε η «Οδύσεια», την αποκάλεσε “το μεγαλύτερο έπος της λευκής φυλής”! Όχι της Ελλάδας, ούτε της ανθρωπότητας, αλλά της λευκής φυλής! Πιο ρατσιστής πεθαίνεις… Μπορεί – στο μυαλό του – να είχε περάσει στην τρίτη φάση της «ανύψωσης», αυτήν που αποκάλεσε ελευθερία, κουβαλούσε όμως πάνω του ακέραια όλα τα ρατσιστικά στοιχεία των προηγούμενων φάσεων. Σε μία άλλη περίσταση είχε ονομάσει την «Οδύσεια» εποποιία…

Τα τελευταία χρόνια τον χαρακτηρισμό για “το μεγαλύτερο έπος της λευκής φυλής” τον έχουν αναπαράγει άκριτα αρκετοί διανοουμενίζοντες σε διαλέξεις, παρουσιάσεις ή γραπτούς σχολιασμούς του έργου του. Το είπε κάποτε ο Καζαντζάκης αυτάρεσκα και υπερφίαλα για ένα έργο του, το παπαγαλίζουν κι αυτοί σαν να είναι κάποια αντικειμενική αλήθεια…

Πριν από περίπου ένα χρόνο, στην ιστοσελίδα «Ελεύθερη Έρευνα» δημοσιεύτηκε ένα άρθρο με τίτλο “O επηρμένος ρατσισμός του Καζαντζάκη” σχετικά με το εν λόγω σημείωμα.  Αντί να σχολιάσουμε περαιτέρω το σημείωμα του, παραθέτουμε αυτούσιο το εν λόγω άρθρο:

“Όπως αναφέρεται σε ανάρτηση του Νίκου Σαραντάκου, ο Καζαντζάκης το Δεκέμβριο του 1938 ―όταν το βιβλίο είχε μόλις εκδοθεί― συνέταξε ένα σημείωμα για την παρουσίασή του. Το σημείωμα αυτό άρχιζε με τη φράση: “Η νέα Οδύσσεια αρχίζει όπου τελεύει η Οδύσσεια του Ομήρου. Αποτελούμενη από 33.333 17σύλλαβους στίχους, δίκαια ονομάστηκε «το μεγαλύτερο έπος της λευκής φυλής”.

Βρίσκω την τελευταία αυτή φράση πραγματικά απίστευτη. Πρώτα απ’ όλα διότι χαρακτηρίζεται από μία σχεδόν κωμική και φανφαρόνικη έπαρση. Ασφαλώς όλοι ξέρουμε ότι οι καλλιτέχνες έχουν μεγάλη συναισθηματική επένδυση στο έργο τους και του αποδίδουν ύψιστη σημασία. Έστω κι έτσι, όμως, το να ισχυρίζεσαι ότι ένα έργο σου «ονομάστηκε [από ποιον άραγε;] το μεγαλύτερο έπος», σε μια στιγμή που δεν το έχει ακόμα διαβάσει κανείς, δείχνει ότι είτε έχεις καβαλήσει κάποιο καλάμι, είτε ακολουθείς διαφημιστικές τεχνικές τόσο υπερβολικές που καταλήγεις σε τερατολογία.

Δεν είναι όμως αυτό το χειρότερο στην παραπάνω φράση. Επαναλαμβάνω ότι το σημείωμα αυτό γράφεται το Δεκέμβριο του 1938. Το Δεκέμβριο του 1938, το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα κατείχε ήδη την απόλυτη εξουσία στη Γερμανία, ενώ βρισκόταν ήδη 13 χρόνια σε κυκλοφορία το Mein Kampf, το οποίο δεν έκρυβε την πολιτική σημασία και αποστολή που απέδιδε το κόμμα αυτό, και ο ηγέτης του, στη «λευκή φυλή».

Η αποστολή άλλωστε αυτή είχε ήδη αρχίσει να υλοποιείται: ένα μόλις μήνα πριν από τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές, τη νύχτα της 9ης προς τη 10η Νοεμβρίου 1938, είχε λάβει χώρα η Νύχτα των Κρυστάλλων. Και βεβαίως διάφορα άλλα πογκρόμ εναντίον Εβραίων και λοιπών «μη λευκών» φυλών διεξάγονταν κανονικά σε άλλα σημεία και άλλες χρονικές στιγμές.

Ήταν επίσης διακηρυγμένη και γνωστή σε όλους, μεταξύ άλλων εξαιτίας της τέλεσης των Ολυμπιακών στο Βερολίνο το 1936, η λατρεία και η ιδιοποίηση της αρχαιοελληνικής / ινδοευρωπαϊκής μυθολογίας, και των επών ειδικότερα, από τους Ναζί.

Στις συνθήκες αυτές, πώς να χαρακτηρίσουμε και τι να σκεφτούμε για κάποιον που αφιερώνει τόσο χρόνο και ενέργεια απ’ τη ζωή του για να γράψει «το μεγαλύτερο έπος της λευκής φυλής»; Εγώ δεν λέω τίποτα. Ας δώσει ο καθένας και η καθεμιά την απάντηση που κρίνει κατάλληλη”.  

Ο φόβος, η πείνα, τα παραμύθια, οι κολοκυθοκορφάδες και ένας χαμοθεός τρίτου βαθμού

Τον Οκτώβριο του 1935 η Ιταλία εισέβαλε στην Αιθιοπία (Αβησσυνία). Ζητήθηκε από τον Καζαντζάκη να υπογράψει ένα κείμενο διαμαρτυρίας μαζί με άλλους Έλληνες διανοούμενους. Εκείνος αρνήθηκε. Για να αιτιολογήσει την άρνηση του, τον Ιούλιο του 1936 δημοσιεύει στην Καθημερινή το άρθρο του O Φόβος και η Πείνα”. Ταυτόχρονα, με το άρθρο αυτό επιχειρεί να αποσαφηνίσει τις θέσεις του για “το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας και το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα της Γερμανίας”, οι οποίες θεώρησε ότι δεν είχαν αποδοθεί σωστά σε ένα προηγούμενο άρθρο της ίδιας εφημερίδας.  Σε ένα κείμενο του ο φασίστας – εθνικιστής Κωστής Μπαστιάς (Κωνσταντίνος Μπαστουνόπουλος) γράφει για το επίμαχο αυτό θέμα στην Καθημερινή το 1936: “Άνθρωπος που έζησε κι’ αγάπησε τη Ρωσσία στέκεται σαν αδέκαστος κριτής μπροστά στο φασισμό. Λογαριάζει ικανόν άνθρωπο τον Μουσσολίνι αλλά δυνατώτερον τον Χίτλερ. Βρίσκει κάτι προφητικό, κά­τι μεσιανικό, έναν βαθύτερο σκοπό στο Χίτλερ. O σκοπός δίνει ζωή στο έργο του, πίστη στους οπαδούς του, εξαγνισμό στα μέσα του. Τέτοιο σκοπό φυ­λετικό, θρησκευτικό δεν βλέπει στον ιταλικό φασισμό”.

Το κείμενο του Καζαντζάκη “O Φόβος και η Πείνα”:

“Δύο είναι τα θεμελιακά ένστικτα του ανθρώπου:

α) να επεκτείνει όσο μπορεί περισσότερο γύρω του τη δύναμή του, ν΄αρπάξει, να κατακτήσει, να κάμει δικό του, να φάει·

β) να διατηρήσει όσο το δυνατό περισσότερο κι’ ανετότερα ό,τι κατέκτησε. Το πρώτο ένστικτο είναι η αρχέγονη ανάγκη του ζωντανού αναπτυσσόμενου οργανισμού, η πείνα · το δεύτερο ένστικτο έχει ως άμεση συνέπεια τον αρχέγονο φόβο.

Ένας νεαρός οργανισμός, γερός, ζωντανός, που βρίσκεται ακόμα στην έφοδό του προς τα πάνω πεινάει. Η ανάγκη τον σπρώχνει να εντείνει τη δύναμή του, ν΄αψηφήσει τον κίνδυνο, να χυμήξει γύρα του για να βρει τροφή για να μην πεθάνει.

Ένας ωριμασμένος οργανισμός που έφαγε και χόρτασε, ένα μονάχα πια σκοπό έχει: να μην του πάρουν ό,τι κατέχει, να μην μεταβληθεί η καθιερωμένη τάξη, να διατηρηθούν τα πάντα, όπως έχουν, ειρηνικά.

Ο πρώτος κηρύσσει τον πόλεμο, γιατί αυτός μονάχα μπορεί να τον σώσει από τον κίνδυνο να πεθάνει της πείνας και φυσικά, διαλαλεί πως ο πόλεμος είναι ιερός, πώς δύναμη και δίκιο ταυτίζονται και πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Ο δεύτερος κηρύσσει την ειρήνη και διατυπώνει διάφορες φιλάνθρωπες, φιλοδίκαιες, υψηλές κοσμοθεωρίες, για να καμουφλάρει το φόβο του. Ξέρει πώς η ειρήνη και μόνη εξυπηρετεί τα συμφέροντα του και του εξασφαλίζει τις πληθωρικές του κατακτήσεις.

Να σκέπτεσαι με αποχρώσεις θεωρείται θανάσιμο αμάρτημα κι από τις δυο παρατάξεις -δεξιά κι αριστερά- που αποτελούν τη συμπαγή, απλοϊκή και βελάζουσα μάζα του «σκεπτομένου όχλου». Το ναι ή το όχι είναι γι’ αυτούς οι δυο μονάχα επιτρεπόμενες απαντήσεις. Το άσπρο ή το μαύρο. Ανάμεσα στα δυο αυτά ακρότατα όρια, που οφείλουν να τα κατέχουν μονάχα οι μαχόμενοι άνθρωποι της ενέργειας, δεν επιτρέπουν καμιά απόχρωση, μήτε συνθετική προσπάθεια στον σκεπτόμενο ανεξάρτητον άνθρωπο. Να κοιτάζεις με αθόλωτο μάτι -αθόλωτο κι από το μίσος κι από την αγάπη- τη σημερινή ελληνική ή παγκόσμια πραγματικότητα, να ομολογείς την αρετή και συνάμα και την ατιμία, το φως και το σκοτάδι που αποτελούν εδώ στη γη το κάθε ζωντανό, είτε άνθρωπος είναι είτε ιδέα -να είσαι, με μια λέξη, ελεύθερος, γίνεται ολοένα και περισσότερο δύσκολο όχι μονάχα στον τόπο μας παρά και σε όλο τον κόσμο.

Από τα μεγάλα Έθνη σήμερα η Γερμανία, η Ιαπωνία, η Ιταλία πνίγονται στα σύνορά τους, δεν έχουν πού ν’ απλωθούν, πεινούνε· η Γαλλία και η Αγγλία είναι παραχορτασμένες, μοιράστηκαν τον κόσμο και κοιτάζουν με φόβο τους ακτήμονες και πεινασμένους λαούς. Πώς ένας αμερόληπτος νους, που δεν καταδέχεται να θολωθεί μήτε από αγάπη μήτε από μίσος μπορεί να αντικρίσει την ενέργεια των δύο τούτων ομάδων;

Πριν από λίγους μήνες οι «διανοούμενοί» μας περιέφεραν μιαν εξοργισμένη και ανώδυνη διαμαρτυρία εναντίον της Ιταλίας που χύθηκε να φάει την Αβησσυνία. Κάποιος με ρώτησε αν θα την υπέγραφα. Σίγουρα, του αποκρίθηκα, πονώ την Αβησσυνία που υπερασπίζεται την ελευθερία της, μα συνάμα αναγνωρίζω και το δικαίωμα που έχει η Ιταλία να ζήσει, να μην πνιγεί μέσα στα στενά σύνορα που δεν τη χωρούν. Όλοι οι λαοί που εδημιούργησαν τους μεγάλους πολιτισμούς, ακολούθησαν τα ίδια αδηφάγα, απάνθρωπα, σκοτεινά τους ένστικτα: στην πρώτη τους σωματική ανάπτυξη αδίκησαν, άρπαξαν, έφαγαν· κι άμα εστερέωσαν το σώμα τους κι έπαψε η πείνα, άρχισαν να δημιουργούν. Το ίδιο κάνει και σήμερα η Ιταλία, τους ίδιους ακολουθώντας απάνθρωπους νόμους. Το πνεύμα είναι το πιο σαρκοβόρο όρνεο.

Θα υπέγραφα, αν η διαμαρτυρία ήταν εναντίον της Αγγλίας και της Γαλλίας που έχουν όλον τον κόσμο και αρνούνται να δώσουν και στους φτωχούς λαούς γη για να ζήσουν. Είναι οι απάνθρωποι χορτασμένοι κεφαλαιούχοι των εθνών και δεν αφήνουν τους άλλους λαούς, τους προλετάριους να σηκώσουν κεφάλι. Κι΄αν και τα δυο ένστικτα η κι’ ο Φόβος είναι αρχέγονα, βαθύτατα ανθρώπινα, όπως από τα δύο προτιμώ την Πείνα, γιατί μονάχα αυτή θέτει σε κίνηση τα στεκούμενα νερά και σπρώχνει τον κόσμο προς τα΄απάνω.

– Και δε φοβάσαι μη σε πουν φασίστα;

– Γιατί να φοβηθώ; Μήπως δε με είπαν και κομμουνιστή; Και δε μπορώ να είμαι ποτέ μήτε το ένα μήτε το άλλο. Γιατί είμαι άνθρωπος ελεύθερος. Και είμαι ελεύθερος γιατί δεν είμαι άνθρωπος ενεργείας και δεν έχω ανάγκη, για να δράσω από δόγματα και βεβαιότητες και πρακτικούς συλλογισμούς…

Ο φασισμός και ο χιτλερισμός είναι φαινόμενα βαθιά, σημαντικότατα, άξια του πιο μεγάλου σεβασμού και φόβου, γιατί πηγάζουν από βαθιές ψυχές συνάμα κι΄ οικονομικές ανάγκες του λαού όπου εγεννήθηκαν. Ο Μουσολίνι κι ο Χίτλερ είναι δυο μεγάλοι πρωταθλητές που συντελούν με τον τρόπο τον ειδικό τους – όπως κι ο Λένιν με τον Γκάντι με τον ειδικό τους τρόπο – να λυθεί το τρομαχτικό παγκόσμιο δράμα που ζούμε…

Ο Χίτλερ είναι όργανο μιας ανωτερής του δύναμης… Ό,τι καλό έχει… το οφείλει σε παθητικές εντός τους δυνάμεις, σε θηλυκά στοιχεία που δέχονται την τεράστια υποβολή της κινδυνεύουσας ράτσας του.

Εγώ χρόνια τώρα έχω συνδέσει τη μοίρα μου με την αριστερή παράταξη. Μα μάχομαι να τη διατηρήσω ακέραιη την κρίση μου και να κοιτάζω τους αντίπαλους με σεβασμό. Κι όχι μονάχα με σεβασμό· παρά και με μιαν παράνομην αλλόκοτην αγάπη. Στην αρχή δεν ένιωθα γιατί, τώρα νιώθω. Γιατί μαντεύω τώρα (κι ολοένα αυτό γίνεται πεποίθηση μέσα μου) πως είμαστε κρυφοί συνεργάτες και μαχόμαστε για τον ίδιο σκοπό. Ποιο σκοπό;

Να κουνηθεί λίγο η ψυχή του ανθρώπου, να μένει όσο μπορεί πιο άγρυπνη, να τρέμει λίγο από τον φόβο ή να χυμάει, άπληστη, γύρα της, σπρωγμένη από την Πείνα”.

Δεν θα αναλωθούμε σε εκτενή κριτική των παραπάνω, μιας και αμέσως μετά παραθέτουμε δύο απαντήσεις που του δόθηκαν γραπτώς από την πρώην σύζυγο του Γαλάτεια Καζαντζάκη και από τον δημοσιογράφο Ν. Καρβούνη. Και οι δύο ήταν μέλη του ορθόδοξου κομμουνιστικού κόμματος. Παρότι κάθε ένας από εμάς και όλοι μαζί έχουμε πολλές ιδεολογικές διαφορές με τον καθοδηγητή τους (και γενικά με τους καθοδηγητές), φιλοξενούμε εδώ τις απαντήσεις τους για ιστορικούς λόγους και επειδή σε αρκετά σημεία είναι εύστοχες.

Μερικά δικά μας σχόλια με επιγραμματικό τρόπο: Ο Καζαντζάκης θίγει ένα πολιτικό θέμα χωρίς την απαραίτητη ωριμότητα. Κάνει το παιδαριώδες λάθος να θεωρήσει τα «έθνη» ως ομοιογενείς μονάδες, και το ακόμα πιο παιδαριώδες να τα παρομοιάσει/ταυτίσει με ανθρώπους. Αυτό δείχνει ότι η πολιτική του σκέψη ήταν εμβρυακή. Στο κείμενο του προσεγγίζει επικίνδυνα (αν δεν ταυτίζεται με) τη ναζιστική προπαγάνδα περί έλλειψης ζωτικού χώρου, δικαιολογώντας τον ιμπεριαλισμό του Τρίτου Ράιχ. Το κάνει βέβαια αρκετά άτσαλα και με το γνωστό νεφελώδες και αόριστο τρόπο γραφής του. Τέλος, πέφτει – ακόμα μία φορά- σε μία κραυγαλέα αντίθεση. Λέει ότι οι δυνάμεις του Άξονα πνίγονταν μέσα στα στενά σύνορα τους, δεν είχαν που να απλωθούν. Αμέσως μετά υποστηρίζει ότι θα υπέγραφε τη διαμαρτυρία, αν αυτή στρεφόταν και κατά της Αγγλίας και της Γαλλίας. Μα τότε θα ακύρωνε αυτόματα το επιχείρημα του ότι η Γερμανία και οι σύμμαχοί της πνίγονταν μέσα στα σύνορα. Πως θα υπέγραφε ενάντια σε κάποιους που σύμφωνα με τον ίδιο είχαν δικαίωμα στον επεκτατισμό; Είναι φανερό ότι όλα αυτά είναι φτηνές δικαιολογίες και εφευρήματα για να μην καταδικάσει την πολιτική του ναζισμού και του φασισμού.

Στο κείμενο αυτό λοιπόν απάντησε λίγες μέρες μετά η Γαλάτεια Καζαντζάκη, με ένα άρθρο της στην εφημερίδα “Ελεύθερη Γνώμη”:

“Στην «Καθημερινή» της περασμένης Δευτέρας δημοσιεύθηκε ένα άρθρο του Ν. Καζαντζάκη, που επιχειρεί να δικαιώσει κι εκείνος και να νομιμοποιήσει μ’ έναν τρόπο τον φασισμό. Νομίζω πως δεν πρέπει να περάσει και το φαινόμενο αυτό ασχολίαστο. Είναι μια άλλη μορφή εγωκεντρισμού, που οδηγεί όμως στα ίδια αποτελέσματα. Στην αντίδραση και στην εξυπηρέτηση των ισχυρών εις βάρος των συμφερόντων του Λαού.

Σε ύφος κηρύγματος και με αμίμητη αυταρέσκεια και κομπορρημοσύνη, αρχίζει πρώτα-πρώτα να βάζει σύνορα μεταξύ του εαυτού του και των πολλών. Ο «σκεπτόμενος όχλος», η «βελάζουσα αυτή μάζα», όπως την ονομάζει, σαν πρωτόγονη και βάρβαρη που είναι, σκέπτεται χονδροειδώς «μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι» ενώ εκείνος σκέπτεται «συνθετικά» και «με αποχρώσεις», δηλαδή σαν υπερπολιτισμένος και ραφινάτος. Τώρα αν παρακάτω βρίσκει πως «πολύ δίκαια» αυτή η βελάζουσα μάζα σκέπτεται και ότι μάλιστα σκέπτεται «πολύ γόνιμα», δεν έχει σημασία. Οι αντιφάσεις είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της σκέψεως του κ. Καζαντζάκη.

Λέει, λοιπόν, πως αν ήταν «άνθρωπος της ενέργειας», θα ήταν με την αριστερή παράταξη, γιατί προς τα εκεί τον σπρώχνει η… ιδιοσυγκρασία του! Η ίδια όμως ιδιοσυγκρασία του αναγνωρίζει πιο κάτω ότι ο φασισμός και ο χιτλερισμός πηγάζουν από «βαθιές ψυχικές και οικονομικές ανάγκες των λαών» και πως «είναι φαινόμενα άξια του πιο μεγάλου σεβασμού», ο δε Μουσολίνι και ο Χίτλερ μέσα στο δράμα της ζωής «είναι δυο μεγάλοι πρωταθλητές, όπως ο Λένιν ή ο… Γκάντι!».

Για να δικαιώσει τον φασισμό ο… από ιδιοσυγκρασίας αριστερός, επιστρατεύει την παλιά βολική εξήγηση της ιστορίας με την πείνα και τον φόβο. Ονομάζει λοιπόν τα φασιστικά έθνη, έθνη πεινασμένα και «προλεταριακά» που θέλουν να χορτάσουν! Και ξεχνά πως από την αρπαγή, την κτηνώδη βία, την κυνική περιφρόνηση της διεθνούς ηθικής, που εξασκούν αυτά τα έθνη, και τις κατακτήσεις που επιδιώκουν, οι μόνοι που έχουν να ωφεληθούν είναι βέβαια πάλι οι χορτάτοι κεφαλαιοκράται των λαών αυτών. Ο λαός ο προλετάριος τι θα βάλει στην τσέπη του από τον μαζεμένο πλούτο; Οι αγρότες, οι εργάτες, η μάζα, τι έχει να κερδίσει από τις κατακτήσεις αυτές; Σε τι θ’ αλλάξει η τύχη τους;

Εν τω μεταξύ, αντί να αλλάξουν τύχη οι τάξεις αυτές, το εναντίον, υποδουλώθηκαν και εκμηδενίστηκαν τέλεια στο κεφάλαιο, στους πάντοτες χορτασμένους. Αλλά και σε τι άλλαξε η τύχη των προλεταρίων στα «χορτασμένα κράτη»; Κι εκεί αν είναι κάποιος χορτασμένος είναι πάλι το Κεφάλαιο. Έτσι ο φασισμός και ο χιτλερισμός είναι μόνο υποδουλωτές των μαζών και μια εκδήλωση, όχι των πεινασμένων, αλλά των χορτάτων, του αφηνιασμένου Κεφαλαίου.

Ο κ. Καζαντζάκης, καθώς βλέπετε, μπερδεύει και συσκοτίζει τα πάντα, γιατί δεν βρίσκεται «στον πρώτο βαθμό της μυήσεως», όπου το καλό και το κακό είναι αμείλικτοι εχθροί, αλλά στον δεύτερο, όπου «το κακό και το καλό συνεργάζονται», ή στον τρίτο βαθμό, όπου «το καλό και το κακό συνταυτίζονται», όπως λέει. Τι καλό, τι κακό; Το ίδιο κάνει. Επομένως, τι αριστερισμός, τι φασισμός. Κι αφού είναι το ίδιο, γιατί ο κ. Καζαντζάκης θέλει να ‘ναι με τους αριστερούς;

Μπορεί περίφημα να είναι με όλα τα κόμματα. Άλλη αντίφαση με τον εαυτό του! Χαίρε λοιπόν οπισθοδρομική διανόηση, που βουλιάζεις ολοένα στη σύγχυση και το μηδέν. Γιατί τι θα πει «το καλό και το κακό είναι ένα»; ‘Η ότι το καλό είναι κακό και το κακό καλό, πράγμα που είναι ολότελα παράλογο, ή ότι και τα δύο είναι μηδέν; Πάντα η βαθυστόχαστη αντιδραστική διανόηση για ν’ αποφύγει τα ενοχλητικά ναι και όχι κατασταλάζει στο χάος και στο μηδέν, όταν δεν οδηγεί στη βαρβαρότητα και στην κτηνωδία.

Ο κ. Καζαντζάκης στο βάθος του, χωρίς να το καταλαβαίνει, δεν πιστεύει σε τίποτα. Πιστεύει μόνο στον εαυτό του! Είναι το κέντρο του παντός. Όλη η τακτική του είναι εγωκεντρική. Μόνο στα ατομικά του συμφέρονται βρίσκει η ζωή του τη δικαίωσή της. Αυτό το αναφέρομε γιατί είναι γενικό φαινόμενο στους αντιδραστικούς διανοουμένους.

Στον «ερημίτη της Αίγινας» η κατάσταση αυτή του πνευματικού και ηθικού μηδενισμού, επειδή εκφράζεται με εξαιρετικό ναρκισσισμό και φιλαρέσκεια, εκδηλώνεται γι’ αυτό τον λόγο εναργέστερα. Έτσι, μέσα στην αυταρέσκειά του, βρίσκει πως η δράση για τα συμφέροντα της ανθρωπότητος π.χ. είναι πολύ βολική ασχολία και ένας εύκολος ηρωισμός. Μ’ άλλα λόγια, το να πεθαίνει κανείς στις φυλακές και στις εξορίες είναι πολύ βολικό και εύκολο πράμα, εν αντιθέσει με τη δική του ηράκλεια πάλη γύρω από το «εναγώνιο εάν», όπως λέει.

Είναι άθλος ακατόρθωτος πραγματικά να μιλάει κανείς με «αποχρώσεις». Αλλά αυτές τις αποχρώσεις, που τις θεωρεί το αποκορύφωμα της σκέψεως καθώς φαίνεται, ο λαός τις συνόψισε θαυμάσια στο ανέκδοτο του Τούρκου Καδή. Έτσι κι εκείνος, όπως κι ο κ. Καζαντζάκης, έβρισκε πως όλοι έχουν δίκιο. Κι ο φονιάς κι ο σκοτωμένος, κι ο ίδιος που δεν ήξερε τι ν’ αποφασίσει!

Η ληστρική επιχείρηση της Ιταλίας στην Αιθιοπία βρίσκει στη σκέψη του κ. Καζαντζάκη την καλύτερή της δικαίωση. Είναι, λέει, σύμφωνη με τα ανώτερα «συμφέροντα του πνεύματος»!! «Το πνεύμα είναι το πιο σαρκοβόρο όρνεο». «Ακολουθεί απάνθρωπους νόμους!» Σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική, ο ληστής που σκοτώνει και γδύνει τους διαβάτες εξυπηρετεί τα ανώτερα συμφέροντα του πνεύματος. Το καλό και το κακό συνταυτίζονται, και εδώ σύμφωνα με τον τρίτο βαθμό της «μυήσεως».

Ο κ. Καζαντζάκης καυχιέται πως και η δική του σκέψη είναι απάνθρωπη! Δηλαδή δεν είναι πια ανθρώπινη, σαν της Ρόζας Λούξεμπουργκ π.χ. που ήταν γεμάτη τρυφερότητα για τα πάντα. Αλλά είναι υπεράνθρωπη ή θεία, δηλαδή ανήκει στη χώρα των Χιμαιρών. Ο καθένας βλέπει απ’ αυτά τι πελάγωμα παθαίνει ο διανοούμενος που ενδιαφέρεται προπαντός για την ησυχία του και το λογοτεχνικό του κηπάριο.

Εδιάλεξε το πιο δύσκολο κι αχάριστο έργο και «πληρώνει βαριά», όπως λέει, αυτή του την πνευματική διαύγεια, τη νηφαλιότητά του αυτή! Εν αντιθέσει με τους έξαλλους αριστερούς, που καλοπερνούνε στα μπουντρούμια και στα νησιά του θανάτου. Αυτός δεν ενδιαφέρεται για τη δράση, καθώς λέει. Και τι είναι τότε η «δημοσιολογημένη σκέψη» που με τόση καμποτινίστικη ικανότητα επιδεικνύει κάθε φορά που θα βρει ευκαιρία; Δεν είναι κι αυτή μια μορφή κοινωνικής δράσεως και μάλιστα όχι από τις κατώτερες;

Στη δράση αυτή ο κ. Καζαντζάκης προσφέρει μόνο τη σύγχυση και την αντίδραση, το κήρυγμα της αποχής και της αδιαφορίας για την πάλη του ανθρώπου ν’ αλλάξει η ζωή σύμφωνα με τους ευγενικούς πόθους της καρδιάς του. Έχει δίκιο. Αυτός είναι ο ρόλος των πεινασμένων, κι αυτός θέλει προπαντός να εξασφαλίσει αδιατάρακτο τον ευδαιμονικό του ησυχασμό. Είμαστε βέβαιοι πως ο χαρακτηρισμός του ως ερημίτη της Αίγινας, από τους απλοϊκούς και τους δημοσιογράφους που κυνηγούν τις εντυπώσεις, θα τον εκολάκευσε και θα τον ηυχαρίστησε εξαιρετικά.

Οπωσδήποτε για μας που ανήκομε στη «βελάζουσα μάζα» δεν θα πάψει ποτέ να είναι ο κήρυκας παμπάλαιων αναμασημάτων, που τα χαρακτηρίζει ως σύνθεση πνευματική, ως ένα ανώτερο πνευματικό κοκτέιλ για τους «ραφινάτους και τους εστέτ». Για μας είναι πάντα ένα νεκροταφείο ιδεών. Για μας το πνεύμα του είναι γεμάτο από μούμιες κακά διατηρημένες. Κάτω από τη μάσκα της δήθεν ανεξαρτησίας και ελευθερίας του κρύβει την πιο μεγάλη πνευματική στειρότητα, και μια τρομακτική ψυχική κενότητα. «Είναι ήσυχος, ασυνείδητος κι ευτυχής».

Η ζωή για τον κ. Καζαντζάκη είναι γεμάτη νεκρά και αφηρημένα σχήματα που καμιά πνοή αισθήματος δεν μπορεί να ζωντανέψει. Γι’ αυτό είναι πέραν της αγάπης και του μίσους, όπως καυχιέται. Είναι πέραν του φασισμού και του κομμουνισμού (είναι μετακομμουνιστής). Είναι πέρα από τα ανθρώπινα (είναι απάνθρωπος), είναι έξω τόπου και χρόνου. Ανήκει κοντολογίς στη χώρα των παραμυθιών και των κολοκυθοκορφάδων!

Φιλικότατα,

Γαλάτεια Καζαντζάκη”.

Στις 2 Αυγούστου 1936, δύο μέρες πριν από την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας ο Ριζοσπάστης δημοσιεύει ένα άρθρο του Ν. Καρβούνη με τίτλο “Ο φόβος, η πείνα και ένας χα­μοθεός τρίτου βαθμού ”:

Εδώ και κάμποσες ημέρες εδημοσιεύθηκε στη φιλολογική σελίδα μιας Δευτεριάτικης “Καθημερινής”, κάτου από τον υπέρτιτλο “το ‘πιστεύω’ ενός συγγραφέως”, ένα άρθρο του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή της “Θείας Κωμωδίας” του Δάντη – του κ. Νίκου Καζαντζάκη. Η “Καθημερινή” είχε στείλει στην Αίγινα κάποιο συνεργάτη της για να πάρει συνέντευξη με τον Καζαντζάκη, που ζει αποτραβηγμένος από τις πεζότητες της ζωής, πα­ρασταίνοντας τον “ερημίτη της Αίγινας”. Και επειδή ο “ερημίτης” κλπ. βρή­κε πως δεν είχαν αποδοθεί με απόλυτη ακρίβεια όσα είπε για τον ιταλικό φα­σισμό και το χιτλερικό εθνικοσοσιαλισμό, καταπιάστηκε με χαρτί και καλα­μάρι, να ξεκαθαρίσει ο ίδιος τις θεωρίες του.

Άπολλον αποτρόπαιε! –όπως έλεγαν οι αρχαίοι– τι ξεκαθάρισμα ιδεών μια φορά! Να τι χρησμοδοτεί ο “ερημίτης της Αίγινας” προς τους όχλους των δυστυχισμένων θνητών, που τους κυττάζει συγκαταβατικά από το ύψος του το πνευματικό, όπου αρμενίζει μετέωρος, όπως ο Κομφούκιος, που οι οπαδοί του πιστεύουνε πως αεροπλέει ανάμεσ’ από τον ουρανό κι’ από τη γη: την σήμερον ημέραν –διαπιστώνει– “να σκέπτεσαι με αποχρώσεις θεω­ρείται θανάσιμο αμάρτημα κι’ απ’ τις δυο παρατάξεις –δεξιά κι’ αριστε­ρά– που αποτελούν τη συμπαγή, απλοϊκή και βελάζουσα μάζα του ‘σκε­πτομένου όχλου’. το ναι, ή το όχι είνε γι’ αυτούς οι δυο μονάχα επιτρεπόμε­νες απαντήσεις”. ο Καζαντζάκης προτιμάει να κυττάζει με μάτι “αθόλωτο κι’ από το μίσος κι’ από την αγάπη” την πραγματικότητα και να ομολογεί “την αρετή συνάμα και την ατιμία, το φως και το σκοτάδι που αποτελούν εδώ στη γη το κάθε ζωντανό, είτε άνθρωπος είνε, είτε ιδέα”. Αν ήτανε, λέει, άνθρωπος της ενέργειας, θα είχε ταχθεί φανατικά σε μια παράταξη – στην αριστερή, γιατί εκεί τον σπρώχνει η ιδιοσυγκρασία του, και θα ’ξερε πως το πρώτο σήμερα χρέος του δε θα ήταν να σκέπτεται, παρά να ενεργεί. Θα είχε ένα σύστημα απλό και βολικό και θα εύρισκεν απαντήσεις σ’ όλα τα φυσικά και τα μεταφυσικά ερωτήματα. Έτσι θα χαιρότανε κι’ αυτός όλα τα είδη της αμοιβής: “εύκολος ηρωισμός, φωτοστέφανος μαρτυρίου, κοι­νωνική αναγνώριση και απλοϊκή αυταρέσκεια της μύγας, που θαρρεί πως βοηθάει το κάρρο ν’ ανέβει τον ανήφορο”. Αυτός, όμως, στέκεται πιο ψηλά. Κρίνει “καθαρά και αμερόληπτα” τους ανθρώπους που δρουν. Κι’ από αυ­τή την υπερύψηλη αεροσκοπιά, βρίσκει πως τα έθνη σήμερα διαιρούνται σε δυο μεγάλες κατηγορίες: στα έθνη της πείνας και στα έθνη του φόβου. τα πρώτα θέλουνε να επεκτείνουν γύρα τους όσο μπορούνε περισσότερο τη δύναμή τους, ν’ αρπάξουνε, να καταχτήσουνε, να φάνε. τα δεύτερα, να δια τηρήσουνε όσο μπορούνε περισσότερο και ανετώτερα ό,τι έχουνε κατα­χτήσει. το ίδιο συμβαίνει, βέβαια, και με τις κοινωνικές τάξεις. οι νεαροί, γεροί και ζωντανοί οργανισμοί πεινάνε, θέλουν τροφή. οι ωριμασμένοι ορ­γανισμοί, που έφαγαν και χόρτασαν, ένα μονάχα σκοπό έχουνε: να μην τους πάρουν ό,τι κατέχουν.

Και ο Καζαντζάκης ξεκαθαρίζει ακόμα περισσότερο τη σκέψη του: “Από τα μεγάλα έθνη σήμερα, η Γερμανία, η Iαπωνία, η Iταλία πνίγο­νται στα σύνορά τους, δεν έχουν πού ν’ απλωθούν, πεινάνε, μα η Γαλλία και η Αγγλία είνε παραχορτασμένες, μοιράστηκαν τον κόσμο και κυττάζουν με φόβο τους ακτήμονες και πεινασμένους λαούς”.

Για τούτο ο Καζαντζάκης, σαν ανώτερος υπερδιανοούμενος, αναγνωρί­ζει στη φασιστική την Ιταλία το δικαίωμα που έχει ν’ απλωθεί στην Αβησ­συνία, “να ζήσει, να μη πνιγεί μέσα στα στενά σύνορα που δεν την χωρούν”. Και δεν φοβάται να τον πουν φασίστα: “Γιατί να φοβηθώ; μήπως δεν με είπαν και κομμουνιστή; Και δεν μπορώ να είμαι ποτέ μήτε το ένα, μήτε το άλλο. Γιατί είμαι άνθρωπος ελεύθερος. Και είμαι ελεύθερος, γιατί δεν είμαι άνθρωπος ενεργείας, που να έχω ανά­γκη, για να δράσω, από δόγματα και βεβαιότητες και πρακτικούς συλλογι­σμούς”.

Διατηρώντας, λοιπόν, την ελευθερία του, κερδίζει τη μεγάλη χαρά πως είνε νηφάλιος αυτός “ανάμεσα στους μεθυσμένους σύγχρονούς του”. Και, ενώ συχαίνεται τα δόγματα, ο υπερδιανοούμενος κ. Καζαντζάκης δογματίζει: “ο φασισμός κι’ ο χιτλερισμός είνε φαινόμενα βαθειά, σημαντικώτατα, άξια του πιο μεγάλου σεβασμού και φόβου, γιατί πηγάζουν από βαθειές, ψυχικές συνάμα και οικονομικές ανάγκες του λαού, όπου εγεννήθηκαν. O Μουσσολίνι και ο Χίτλερ είνε δυο μεγάλοι πρωταθλητές, που συντελούν με τον τρόπο τον εδικό τους –όπως κι’ ο Λένιν ή ο Γκάντι με τον εδικό τους τρό­πο– να λυθεί το τρομακτικό παγκόσμιο δράμα που ζούμε… Ένας νους, που θα έβλεπε εντελώς απάνθρωπα την εποχή μας, θα εδικαίωνεν εξ ίσου όλους τους αγωνιζομένους… εγώ μάχομαι να διατηρήσω ακέραιη την κρίση μου και να κυττάζω τους αντίπαλους με σεβασμό. Κι’ όχι μονάχα με σεβασμό, παρά και με μια παράνομη, αλλόκοτη αγάπη. στην αρχή δεν ένοιωθα γιατί. τώρα νοιώθω. Γιατί μαντεύω τώρα (κι’ ολοένα αυτό γίνεται πεποίθηση μέσα μου) πως είμαστε κρυφοί συνεργάτες και μαχόμαστε για τον ίδιο σκοπό”.

Και επειδή ο κ. Νίκος Καζαντζάκης παρασταίνει από καιρό τον ημίθεο –ή το χαμοθεό– τελειώνει το άρθρο του με μια μυστηριακή αποκάλυψη: “στον πρώτο βαθμό της μύησης καλό και κακό είνε αμείλικτοι εχθροί. στον δεύτερο βαθμό, καλό και κακό είνε συνεργάτες. στον τρίτο βαθμό, κα­λό και κακό είνε ένα”.

Μυημένος, φαίνεται, στον τρίτο βαθμό κι’ ένας άλλος υπεράνθρωπος χα­μοθεός, εδώ και χιλιάδες χρόνια, εσυμπάθησε τόσο πολύ τους αντιπάλους του, που, ενώ είχε ξεκινήσει με πανστρατιά για να τους χτυπήσει, μόλις τους αντίκρυσε σταμάτησε λυπημένος, γιομάτος “παράνομη κι’ αλλόκοτη αγά­πη” γι’ αυτούς. Έτσι το ’χει των υπεράνθρωπων η μοίρα, φαίνεται, να βρί­σκονται μπροστά σε διλήμματα που δεν είνε για τη “βελάζουσα μάζα των σκεπτομένων όχλων”. Όπως, λοιπόν, μας διηγείται η μαχαβαράτα Γιτά, το ιερό βιβλίο των ινδών, που το μετέφρασε από τα σανσκριτικά ο Αθηναίος Δημήτριος Γαλανός, που πήγε πριν από την ελληνική επανάσταση στις Ιν­δίες και γίνηκε βραχμάνος ο ίδιος, ο ήρωας και ημίθεος Αρζούνας, άμα βρέ­θηκε αντίκρυ στους αντιπάλους του Βήσμα και Δρόνα (τον Mουσσολίνι, σα να λέμε, και τον Χίτλερ της εποχής εκείνης), ένοιωσε κι’ εκείνος πως κι’ αυ­τοί ήτανε “κρυφοί συνεργάτες” του και πως “μαχότανε για τον ίδιο σκοπό”. Και –διηγιέται τώρα η Γιτά– “ρίψας το τόξον, άμα τω βέλει, εκάθησε επί του δίφρου, διατεταραγμένος την καρδίαν υπ’ αθυμίας”. ο συμβουλάτοράς του, ωστόσο, ο θείος Κρισνάς, τον μαλώνει: “πόθεν, ω ουρζούνα, προσεγένετό σοι επί του πολέμου η αθυμία αύτη, η ζηλωτή μικροπρεπέσιν, η ούσα παράνομος, αθέμιτος και δυσφημίας πρόξε­νος; μη ποίει έργον αγενούς και ανάνδρου· επεί ουκ αρμόζει σοι· άφες την ευ­τελή αδράνειαν και έκλυσιν της καρδίας σου και ανάστα εις πόλεμον”.

Ο Καζαντζάκης όμως –ο Αρζούνας δηλαδή– δεν μπορεί να θυμώσει. τους βλέπει τους αντιπάλους του με μάτι αθόλωτο από μίσος και διαμαρτύρεται παραπονιάρικα: “πώς εγώ, ω Κρισνά, μαχόμενος βέλη βάλω κατά του Βήσμα και Δρόνα, αξίοιν όντοιν τιμής και θεραπείας;” οι χαμοθεοί, που ξεκόβουν από την “απλοϊκή και βελάζουσα μάζα”, σαν τον Νίκο Καζαντζάκη, δεν θεωρούν “ως ανώτατο χρέος τους τη λεγόμενη κοινωνική ενέργεια”. περιφρονούνε, νηφάλιοι αυτοί, ανάμεσα στους μεθυ­σμένους σύγχρονούς τους, αυτό που είπε κάποιος ανθρωπάκος –Γκαίτε φαί­νεται πως τον λέγανε– ότι “εν αρχή εστίν η ΠΡΑΞΙΣ”. Άμα φτάσει κανείς στον τρίτο βαθμό της μύησης, ανασηκώνεται σαν πούπουλο σε μεγάλα ύψη φρέσκου αγέρα και από κει περιεργάζεται νηφάλια και “απάνθρωπα” όσα συμβαίνουν στη γη. Από κει βλέπει τις “ιδέες” να μάχονται, αυθύπαρχτες, στο κενό, σαν αιθέριες νυχτερίδες και κάπου­ κάπου να ξεκινάνε “αφ’ υψη­λού” για να κουρνιάσουν στα κεφάλια των θνητών.

Αυτά όλα τα χαζεύει “αφ’ υψηλοτέρου” ο υψηλότατος “ελεύθερος” χα­μοθεός. Αυτή είνε κι’ αν είνε δύσκολη και σημαντικώτατη δουλειά. Δεν είνε καθόλου βολική και διασκεδαστική, όπως ο ηρωισμός εκείνων που είνε άν­θρωποι της ενέργειας, μαχητές, που θυσιάζουνε τα πάντα για την επιτυχία του αγώνα τους, που σαπίζουνε στα μπουντρούμια, που αργολυώνουνε στα ξερονήσια του θανάτου.

Σπουδαία λάχανα, μα την αλήθεια, αυτός ο αγώνας! τα πράγματα είνε απλά και ολοφάνερα: ετούτοι πεινάνε, οι άλλοι φοβούνται. Δίκηο έχουνε και οι πεινασμένοι, δίκηο και οι φοβισμένοι. στο τέλος, όλοι τους είνε κρυφοί συνεργάτες και ο σκοπός του καυγά τους είνε “να κουνηθεί λίγο η ψυχή του ανθρώπου, να μένει όσο μπορεί πιο άγρυπνη, να τρέμει λίγο από το φόβο, ή να χυμάει άπληστη γύρω της, σπρωγμένη από την πείνα”. σαματάς να γί­νεται, δηλαδή, για να μπορούμε εμείς οι ημίθεοι, από την υψηλότατη αερο­σκοπιά μας, να χαιρόμαστε πως ανάμεσα στους μεθυσμένους απομένουμε νηφάλιοι.

Ο καϋμένος ο μουσσολινάκος! ο δύστυχος ο Χιτλερούλης! μεγάλοι, πα­ρεξηγημένοι πρωταθλητές, άξιοι μεγάλου σεβασμού, για το καλό της αν­θρωπότητας δουλεύουνε με τον τρόπο τους. Βουνό το δίκηο του Mουσσολίνι που πήγε να εκπολιτίσει την Αβησσυνία, που πήγε να φάει, αφού η Iταλία εί­νε από τα μεγάλα έθνη της πείνας. ο Χίτλερ πάλι, που κόβει κεφάλια με το τσεκούρι για το καλό της ανθρωπότητας, τι αδικημένος ήρωας! Αλλά πού να νοιώσουν οι ανίδεοι αγράμματοι της βελάζουσας μάζας πως “δεν είν’ ένας, είνε εβδομήντα εκατομμύρια άνθρωποι που φωνάζουν από το λαρύγγι του με τη βραχνή, την ακατανίκητη φωνή της πρωτόγονης πείνας;”

Ωστόσο, ο υπεράνθρωπος, ή “απάνθρωπος” διανοούμενος κ. Αρζούνας Καζαντζάκης, ο ερημίτης της Αίγινας, παραδέχεται, άθελά του, ότι ζού­με ένα τρομαχτικό παγκόσμιο δράμα που θέλει μια λύση. Ανίκανος, όμως, να νοιώσει την ουσία του, ανήμπορος να καταλάβει πως δεν πρόκειται για σύγκρουση ιδεών αφηρημένων, παρά για σύγκρουση αντίθετων και ασυμ­βίβαστων συμφερόντων ταξικών, ανίκανος να αισθανθεί πως κάθε λογικός και ζωντανός σκεπτόμενος άνθρωπος δεν μπορεί, παρά να πάρει θέση σ’ αυ­τή τη σύγκρουση, φαντάζεται πως μπορεί να ξεκόψει από την ανθρωπότη­τα που αγωνίζεται και να παρασταίνει τον υπερκριτικό του αγώνα της από τους πύργους της Νεφελοκοκκυγίας του. μας κάνει, ωστόσο, και μιαν αι­σθηματική εξομολόγηση: η ιδιοσυγκρασία του, λέει, τον σπρώχνει προς την αριστερή την παράταξη, αλλά μάχεται για να διατηρήσει ακέρια την κρίση του… σπολλάτη του. Αλλά η ιδιοσυγκρασία δεν παίζει κανένα ρόλο στους μεγάλους αγώνες. Για να σταθεί κανείς αγωνιστής στο πλευρό της εργαζό­μενης ανθρωπότητας, που μάχεται για την απολύτρωσή της από την εκ­μετάλλευση, χρειάζεται να έχει πεισθεί με το μυαλό του για την ανάγκη αυτού του αγώνα, για το δίκηο του. τα αντίπαλα στρατόπεδα δεν αποτε­λούνται από ανθρώπους χολερικής, λυμφατικής, αιματώδους ή άλλης ιδιο­συγκρασίας. μήτε ο αγώνας αυτός είνε μάχη ανάμεσα σε ιδιοσυγκρασίες. Αν ήταν έτσι, τα όπλα που θα ταιριάζανε, ω Αρζούνα, θα ’τανε τα βρωμι­ούχα, τα φωσφατούχα, οι βδέλλες και οι κοφτές βεντούζες. Η πραγματική πνευματική ιδιοσυγκρασία του κ. Νίκου Καζαντζάκη είνε ο υπερτροφικός εγωκεντρισμός. Αυτός μπορεί να τόνε κάνει υπεράξιο για τον τέταρτο βαθ­μό της μύησης, που σ’ αυτόν το καλό και το κακό και τα μυαλά του μυημέ­νου γίνονται μια υπερκόσμια σβουνιά για να την τσιμπολογάνε λιχούδικα οι αυθύπαρχτες ιδέες· αλλά ταυτόχρονα τον κάνει απόλυτα ανύπαρχτο για την ανθρωπότητα. ποιος σκοτίζεται σήμερα, ανάμεσα στη μάζα εκείνων που αγωνίζονται σε τούτη τη χώρα για το ψωμί τους και για την ελευθεριά τους, για την ύπαρξη του κ. Νίκου ερημίτη της Αίγινας;

Το κήρυγμά του, το “πιστεύω” του, ένανε μονάχα εσυγκίνησε: τον κ. Στράτη Μυριβήλη. Eλεύθερος και αυτός, νηφάλιος κ’ η αφεντιά του, κα­ταφρονώντας όσους “εκλείσθηκαν οικειοθελώς μέσα στη μάντρα ενός συ­στήματος”, βγήκε σε μιαν άλλη πρωινή εφημερίδα να σεκοντάρει τον κ. Αρ­ζούνα Αιγινίτη. “O καλλιτέχνης –λέει– δεν έχει πάρε­ δώσε με τις πλατειές και με τις στενές μάζες. Είνε μόνος με το έργο του. Eνώπιος ενωπίω. Όπως ο Mωϋσής με το Θεό. οι μάζες έρχονται ύστερα – αν τους αρέσει. Αυτές απο­τελούν τη δικαίωση του καλλιτέχνου, αλλά εκ των υστέρων. Δεν υπήρχαν κατά τη δημιουργία του καλλιτεχνήματος”. Για τούτο οι τέτοιοι “καλλι­τέχνες” φαίνεται πως έχουνε το δικαίωμα και το προνόμιο να λημεριάζου­νε σταυροπόδι στην κορφή του Αραράτ της υπερκόσμιας αρλούμπας και να ονειρεύονται, σαν βαρεμένοι από χασίς, ότι βρισκόνταν εκεί “ενώπιοι ενω­πίω” με το έργο τους, πριν από το “γεννηθήτω” της δημιουργίας, που περι­γράφει η Αγία Γραφή. Ποιος να ταράξει την αδειανή μακαριότητά τους;”

Η αδράνεια του μπρος στη ναζιστική απειλή ήταν διαρκής: Και στη δεκαετία του ’30 και κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Στο άρθρο του Peter Bien «Η έλξη που άσκησαν στον Καζαντζάκη ο φασισμός και ο ναζισμός» διαβάζουμε: “To 1933, σε ένα γράμμα στο Renaud de Jouvenel, εκδότη του αντιναζιστικού περιοδικού Le Cahier Bleu, δικαιολόγησε την αδράνεια του ως εξής: «Αν ήμουνα άνθρωπος της δράσης, θα βρισκόμουνα στο πλευρό σας, αλλά το χαμόγελο του Κυρίου μου του Βούδα με κυριεύει από καιρού εις καιρό»”. Δεν χρειάζεται, νομίζουμε, να είναι κανείς άνθρωπος της δράσης για να κάνει έστω μία απλή δήλωση εναντίωσης στο ναζισμό, που εκείνη την εποχή ήταν σε άνοδο. Θα μπορούσε να κάνει τα ελάχιστα, αν ήθελε, όταν έπαυε προσωρινά η κυριαρχία του χαμόγελου του Βούδα.

Τo 1936 o τότε βασιλιάς Γεώργιος, μέσω του στρατιωτικού Μεταξά, επέβαλλε μία μη κοινοβουλευτική δικτατορία. Αυτή διήρκησε πέντε χρόνια, ως το 1941, οπότε η Ελλάδα καταλήφθηκε από τους Γερμανούς και τους συμμάχους τους. Σε διάφορα γράμματα που έγραφε στον Πρεβελάκη την εποχή της μεταξικής δικτατορίας του έλεγε πως η ψυχή του ήθελε να αντιταχθεί στη δικτατορία αλλά δεν είχε το σθένος να το κάνει στην πράξη. Και όπως θα δούμε αμέσως πιο κάτω, επειδή δεν είχε το σθένος να αντιταχθεί στη δικτατορία, συνεργάστηκε μαζί της! Επίσης, του έγραφε ότι ήταν εναντίον της βίας και της αδικίας. Αυτός που διατυμπάνιζε πως ήταν υπέρμαχος του πολέμου και ονειρευόταν το ξεπάστρεμα των αδύναμων…

Αυτήν την περίοδο συνεργάστηκε με το περιοδικό της φασιστικής νεολαίας του Μεταξά. Σε αυτό δημοσίευσε το έργο του «Μέγας Αλέξανδρος». Σε αυτό όλοι του οι χαρακτήρες είναι απόλυτα συμβατοί με την ιδεολογία του Καθεστώτος. Οι βασιλείς παρουσιάζονται ως εκπρόσωποι του θεού στη Γη. Σε ένα χωρίο ο Αλέξανδρος απευθυνόμενος στο Δία λέει: “οι βασιλιάδες είναι αντιπρόσωποί σου επί της γης, βάνουν κι αυτοί τάξη, όσο μπορούν, στο χάος, πολεμούν κι αυτοί να επιβάλουν στους ανθρώπους τη θέλησή σου”. Στο ίδιο περιοδικό έστειλε για δημοσίευση το βιβλίο του «Στα παλάτια της Κνωσού», αλλά όταν πέθανε ο δικτάτορας έκλεισε το περιοδικό και τελικά το δημοσίευσε αλλού. Την ίδια περίοδο συνεργάστηκε και με άλλες εφημερίδες που ήταν εξίσου φιλοβασιλικές και υπέρ του Καθεστώτος. Θυμίζουμε ότι εκείνη την περίοδο υποστήριζε ότι ήταν αριστερός.

Την ίδια περίοδο, το 1937, σε μία περιοδεία του στην Πελοπόννησο για λογαριασμό της Καθημερινής, φτάνει στη Σπάρτη. Στο άρθρο του «Τα ερείπια της Σπάρτης» γράφει: “Καιάδας. Τέτοιος γκρεμός πρέπει ν’ ανοίγεται στην καρδιά του ανθρώπου και στη ακρόπολη κάθε πολιτείας. Μα η χριστιανική ανατροφή μας, οι νοσοκομειακές φιλανθρωπίες, οι κλαίουσες καλοσύνες, η λαχτάρα να σώσουμε τους περιττούς, αντιστέκονται ως τώρα σε μια τέτοια σπαρτιάτικη επιλογή. Μα έως πότε; Αποστειρώνουνται κιόλας οι παράφρονες, οι σακάτηδες κι οι άρρωστοι. Καθαρίζονται οι ράτσες. Ετοιμάζουνται. Ένα ένστιχτο σίγουρο και σκοτεινό τις σπρώχνει στη σωτηρία. Όχι όλες. Όσες νιώθουν το νόημα της εποχής μας και προφταίνουν να ετοιμαστούν”.

Υιοθετώντας πλήρως τη φασιστική ιδεολογία και πρακτική της ευγονικής, κάνει λόγο για περιττούς ανθρώπους και για καθαρισμό ρατσών. Γνωρίζει και συμφωνεί με τις ευγονικές πρακτικές που εφαρμόζονταν τότε στη ναζιστική Γερμανία και σε άλλες χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης: “Αποστειρώνουνται κιόλας οι παράφρονες, οι σακάτηδες κι οι άρρωστοι”. Τις θεωρεί μέρος μίας προετοιμασίας των “δυνατών φυλών” να “καθαριστούν” και να «σωθούν», ωθούμενες από το “σίγουρο και σκοτεινό ένστικτο τους”. Ευθυγραμμίζεται πλήρως με τη φασιστική και ρατσιστική ιδεολογία και τις πρακτικές του ναζισμού περί ευγονικής και περί ανώτερων φυλών που θα αποτελούσαν τα θεμέλια της μελλοντικής ολοκληρωτικής κοινωνίας. Ευτυχώς, οι φαντασιώσεις αυτές (προς το παρόν) δεν έχουν γίνει πράξη.

Στην ίδια σειρά ανταποκρίσεων θίγει το θέμα της φραγκοκρατίας στην Πελοπόννησο και των καταλοίπων που άφησε. Η εθνικιστική του ρητορική συνεισφέρει στους σκοπούς του Καθεστώτος να διαδώσει στον πληθυσμό την προγονολατρεία και να τον στρέψει στον εθνικισμό και το ρατσισμό. Μερικά αποσπάσματα μας θυμίζουν την παλιά εθνικιστική του ρητορική της δεκαετίας του ’10: “ Το φράγκικο αίμα μέσα στα βρέφη υποχωρεί. Έπεφτε απάνω του το δριμύτατο, με τις μυστηριώδεις χημικές αντιδράσεις ελληνικό αίμα, και το φράγκικο χάνουνταν”. Ερμηνεύει την υποχώρηση των φράγκικων στοιχείων, όχι σε ιστορικά και κοινωνικά αλλά σε φυλετικά κριτήρια. Αυτά πάντα είναι σκοτεινά και μυστηριώδη. Υπάρχουν δυνατά και αδύναμα αίματα. Εδώ θεωρεί ότι το ελληνικό αίμα είναι δριμύτερο από το φράγκικο. Του διαφεύγει ότι μετά την αποχώρηση των Φράγκων, οι φράγκικοι πληθυσμοί στην Πελοπόννησο ήταν πολύ μικρότεροι από άλλους, επομένως αφομοιώθηκαν σταδιακά από αυτούς. Το ίδιο συνέβη σε μέρη όπου οι ελληνικοί πληθυσμοί ήταν μειοψηφικοί σε σχέση με άλλους. Εκεί, το δριμύτατο με τις μυστηριώδεις χημικές αντιδράσεις ελληνικό αίμα δεν μπόρεσε να τους βοηθήσει να κυριαρχήσουν.

Το Σεπτέμβριο του 1939 η Γερμανία εισέβαλλε στην Πολωνία. Λίγες εβδομάδες αργότερα η Πολωνία θα διαμελιστεί. Το δυτικό της τμήμα θα το καταλάβουν οι Γερμανοί και το ανατολικό οι Σοβιετικοί. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος έχει αρχίσει και στην πράξη για την Ευρώπη με ανείπωτες αγριότητες στο έδαφος της Πολωνίας. Δύο χρόνια πιο πριν είχε αρχίσει στην Ασία. Ο Hitler μιλούσε συνέχεια τότε για το “ζωτικό χώρο” που έλειπε στη Γερμανία ως υπερδύναμη και που δικαιωματικά έπρεπε να τον βρει εκτός των συνόρων της. Εκείνη την εποχή ο κόσμος στην πλειοψηφία του είχε «παγώσει», αφού αφουγκράζονταν τον επερχόμενο όλεθρο. Σε αυτή τη συγκυρία, τον Οκτώβριο του 1939, ο Καζαντζάκης είναι στην Αγγλία και γράφει στον Πρεβελάκη τα εξής: “Εδώ στην Αγγλία είμαι ευτυχής που βρέθηκα σε μιαν τέτοια κοσμοϊστορική στιγμή. Χαίρουμαι να παρακολουθώ πώς κουνιούνται και μετατοπίζονται τα σύνορα και πώς ο γεωγραφικός χάρτης ξαναβρήκε τη ρευστότητα που τόσο του ταιριάζει. Θεία η στιγμή, ζούμε σε μια δημιουργία καταπληχτική, και κάθε πρωί νιώθω απερίγραφτη χαρά να ξετυλίγω απάνω στα γόνατά μου τους Times. Αυτό που θέλει μια άπληστη ψυχή, να ζήσει, στο λίγο χρονικό διάστημα που της δόθηκε, αιώνες, αυτό το έχουμε τώρα, κι η χαρά πρέπει νά ’ναι μεγάλη. Ποτέ δεν ήλπιζα ένα τόσο θεϊκό δώρο. Το έχω και το γεύουμαι με βαθιά ηδονή”.

Τα σύνορα όμως δεν μετατοπίζονταν από μόνα τους. Τα μετατόπισαν οι μηχανοκίνητες μεραρχίες του γερμανικού στρατού, σκοτώνοντας, βασανίζοντας και εκτοπίζοντας δεκάδες χιλιάδες (και λίγους μήνες μετά εκατομμύρια) ανθρώπων. Αυτό ήταν το τίμημα του πολέμου, για τον οποίο νιώθει βαθιά ηδονή και απερίγραπτη χαρά ο Καζαντζάκης.

O Νικηφόρος Βρεττάκος θεωρεί ότι το βιβλίο του «Ταξιδεύοντας: Αγγλία» επιβεβαιώνει την άποψη ότι τη δεκαετία του 1930 ο Καζαντζάκης είχε χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα. Δε θα συμφωνήσουμε ακριβώς με αυτή τη διαπίστωση. Είχε τότε την ίδια μικρή επαφή με την πραγματικότητα με αυτήν που είχε τις προηγούμενες δεκαετίες. Ίσως στα τέλη της δεκαετίας του ’30 την έχασε λίγο περισσότερο, λόγω της συγκυρίας που είχε πολλά και σημαντικά γεγονότα. Κράτησε πάντως στενή επαφή με τη δική του παράλληλη πραγματικότητα. Ο Βρεττάκος πιστεύει ότι “όλα τα «μεγάλα λόγια» του για τον «υπεύθυνο άνθρωπο» και τα παρόμοια, είναι απλώς τρόποι για να αποπροσανατολίσει τον κόσμο σχετικά με την άρνησή του να καταδικάσει τον Χίτλερ”. Σε αυτό θα συμφωνήσουμε απόλυτα.

Στην Κατοχή αποσύρθηκε στην Αίγινα και παρακολουθούσε αμέτοχος τις γερμανικές θηριωδίες. Έζησε εκεί περίπου τρία χρόνια ως «ερημίτης» πολυτελείας, αφού και απομόνωση είχε και ήταν δίπλα στον πολιτισμό. Η φάση του αυτή είναι μία αντιγραφή της αντίστοιχης του Nietzsche, όταν ο γερμανός φιλόσοφος είχε αποφασίσει να αποτραβηχτεί για μερικά χρόνια από τα εγκόσμια και να ζήσει απομονωμένος. Το ίδιο έκανε για δέκα χρόνια ο ήρωας του Ζαρατούστρα. Κατά καιρούς ο Καζαντζάκης είχε μιλήσει σε πρόσωπα του κύκλου του για την ιδέα του να αποτραβηχτούν σε κάποια ερημιά της Κρήτης και να ιδρύσουν εκεί μία νέα θρησκεία. Αργότερα μετέθεσε τον τόπο ίδρυσης στα περίχωρα της Αθήνας. Φήμες της εποχής έλεγαν ότι είχε παρακαλέσει τον Παπαναστασίου να του παραχωρήσει ένα εγκαταλελειμμένο μοναστήρι στους πρόποδες του Υμηττού για να απομονωθεί εκεί μαζί με άτομα που είχε προσεγγίσει γι’ αυτόν τον σκοπό. Φυσικά όλα αυτά έμειναν στα λόγια…

Την εποχή της Κατοχής δεν εκφράστηκε βέβαια για τον πόλεμο για με τον ίδιο ενθουσιασμό με πριν, γιατί απλά δεν τον έπαιρνε να κάνει κάτι τέτοιο. Εννέα μήνες μετά την αρχή της Κατοχής, τον Ιανουάριο του 1942, σε ένα γράμμα στον Πρεβελάκη, γράφει: “Πήρα οριστικά την απόφαση ν’ αφήσω για μερικά χρόνια τα γραψίματα και να βοηθήσω, όσο μπορώ, στην κρίσιμη τούτη στιγμή, τη ράτσα μας. Θα δοθώ ολάκερος στην άμεση ενέργεια, ευτύς ως μου δοθεί η καλή ευκαιρία” . Στη δήλωση του φαίνεται καθαρά, για πολλοστή φορά, η αναντιστοιχία λόγων και πράξεων του αφού ποτέ δε δόθηκε σε καμία ενέργεια, άμεση ή έμμεση.

Αλλά ποια καλή ευκαιρία περίμενε δήθεν για να κάνει κάτι; Ποια άλλη καλή ευκαιρία περιμένει κάποιος όταν οι Ναζί και οι σύμμαχοι τους έχουν καταλάβει ένα χρόνο πιο πριν την χώρα του και τη ρημάζουν απ’ άκρη σε άκρη; Τα λόγια του περί καλής ευκαιρίας είναι απλά άλλη μία φτηνή δικαιολογία για την παθητική του στάση. Όταν μάλιστα πήγε στην Αίγινα κάποιος από την Αθήνα και ζήτησε από αυτόν και την τότε σύζυγό του Ελένη να βοηθήσουν στην Αντίσταση, η Ελένη δέχτηκε, αυτός όμως όχι. Ποτέ δεν έκανε το παραμικρό στην Κατοχή ενάντια στους κατακτητές. Ούτε στα λόγια, ούτε στις πράξεις. Αντίθετα, στην Αίγινα όπου είχε αποσυρθεί, διατηρούσε φιλικές σχέσεις με ένα Γερμανό αξιωματικό.

Η Έλλη Αλεξίου γράφει σχετικά: “Στην πραγματικότητα μένει ως το τέλος ανοργάνωτος. Ποια καλή ευκαιρία περίμενε; Ο «Καπετάν Μιχάλης» του δεν περίμενε τις ευκαιρίες. Τον έχει μέσα στο μυθιστόρημα να κρατά διαρκώς τη χατζάρα, ασυμβίβαστο με τον εχθρό κι ανυποχώρητο. Ο λαός πέθαινε στους δρόμους από την πείνα, τα Ες Ες σκότωναν αράδα τους πατριώτες, τα χωριά σβήνανε από το χάρτη, τα παλικάρια δίνανε τα κορμάκια τους βορά στο Μινώταυρο”.

Το βιβλίο του “Αναφορά στο Γκρέκο” έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Απουσιάζει όμως η περίοδος της Κατοχής και η οποιαδήποτε αναφορά στους Γερμανούς κατακτητές και στη μέρα της απελευθέρωσης από αυτούς. Η Έλλη Αλεξίου το παρατήρησε και έγραψε σχετικά: “Μας μίλησες και μας παραμίλησες για τον Τούρκο. Μας μίλησες και μας παραμίλησες για τη λευτεριά της Κρήτης και για τον πρίγκιπα. Μα εσύ αυτά δε τα ‘ζησες. Τα ζήσανε οι παππούδες μας, λέω για την τουρκική σκλαβιά. Εσύ είδες και ‘ζησες τη χιτλερική σκλαβιά. Αυτή ξέρεις από πρώτο χέρι, γιατί δε του την κουβέντιασες; Εσύ είδες κ’ έζησες από πρώτο χέρι τις δικτατορίες. Που πήγανε και χάθηκαν και μήτε τις αναθιβάνεις… Θαρρείς ο προπάππους μας ο Γκρέκο, που τόσο βασανίστηκε από τα αφεντικά της Ισπανίας, θα σ’ αφήσει ανερώτηχτο στον Κάτω Κόσμο; Καλά, θα σου πει, μας τα είπες για την Τουρκιά, μα εγώ θέλω να μάθω, αντίς για τον πρίγκιπα – λίγα τράβηξα εξ’ αφορμής τους – για τις άλλες σκλαβιές της Κρήτης, που όσοι έρχουνται και με βρίσκουνε, μου παρισταίνουνε τις Τούρκους άγιους ομπροστά τους…”. Η ίδια (και αρκετοί ακόμα) απορεί που “αναφέρει σε πλείστα σημεία την ημέρα που πάτησεν ο πρίγκιπας Γεώργιος τα χώματα της Κρήτης – αληθινά μεγάλη ημέρα για την Κρήτη – μα πουθενά δεν αναφέρει την εξίσου παμμέγιστη μέρα της 12ης Οκτωβρίου, που βγάλαμε από πάνω μας τη χιτλερική σκλαβιά”.

Το 1945 η τότε κυβέρνηση σύστησε μία τετραμελή επιτροπή για να περιοδεύσει στην Κρήτη και να καταγράψει τις αγριότητες που είχαν διαπράξει στο νησί οι Ιταλοί και οι Γερμανοί κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ένα από τα μέλη της ήταν ο Καζαντζάκης. Έξι μήνες αφότου τελείωσε η εργασία αυτή, τον Ιανουάριο του 1946, κυκλοφόρησε στο περιοδικό «Φιλολογικά Χρονικά» ένα κεφάλαιο από το βιβλίο «Πελοπόννησος» του οποίου τη συγγραφή τελείωνε τότε. Σε αυτό, αλλά και στα επόμενα βιβλία του, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στις αγριότητες των Γερμανών και Ιταλών στην Κατοχή. Γράφει για τους γενίτσαρους και τους κοτζαμπάσηδες, αλλά για την Κατοχή κουβέντα. Η Έλλη Αλεξίου εκφράζει την απορία της σχετικά με αυτό το θέμα (οι υπογραμμίσεις δικές της): “Τα γράφει αυτά μετά από την άμεση, τη χειροπιαστή εμπειρία που απόχτησε των χιτλερικών ωμοτήτων. Κι έχουν περάσει μόλις έξι μήνες από την περιοδεία του στην Κρήτη! Μα η ψυχή του σα να βγήκε από τον τωρινό Καζαντζάκη και να ξαναμπήκε στην παιδική του συνείδηση, αγνοεί τα φριχτά τωρινά και περιδιαβάζει πίσω στους γενίτσαρους και τους κοτσαμπάσηδες. Δε ζεις, Νίκο μου, για να μου ‘λυνες την απορία αυτής της απίθανης δρασκελιάς πάνω από τους αιματοχείμαρους της Βιάννου!”.

Λογικές όλες οι παραπάνω απορίες της. Οι ίδιες απορίες είχαν γεννηθεί και σε όσους συνεισέφεραν στη συγγραφή αυτού του κειμένου, όταν στο παρελθόν είχαν διαβάσει κάποια από τα βιβλία του και τα κείμενα του. Μάλλον αυτές τις απορίες δεν τις έχουν όσοι τις τελευταίες δεκαετίες έχουν γράψει περισπούδαστα σχόλια για το έργο του και τη ζωή του, βάζοντας στην άκρη και αποφεύγοντας επιμελώς να αναφέρουν και να σχολιάσουν αποσπάσματα και επεισόδια σαν κι αυτά που αναφέρουμε εδώ. Αυτό το κενό συμπληρώνουμε εδώ.

Και σοσιαλισμός και “ακλόνητη πίστη στην ανισότητα των ανθρώπων”

Εκείνη ακριβώς την εποχή ο ήρωας μας φτιάχνει μία ολιγομελή πολιτική ομάδα, την οποία θα ονομάσει κόμμα. Ο τίτλος του είναι «Σοσιαλιστική Εργατική Ένωση». Αυτό έγινε ένα χρόνο μετά τη λήξη της Κατοχής, στην οποία ο Καζαντζάκης είχε επιλέξει να αποτραβηχτεί ως ερημίτης στην Αίγινα, και είχε αρνηθεί να συμμετέχει στην αντίσταση όταν του ζητήθηκε. Και έρχεται ένα χρόνο μετά να βγει από την αδράνεια και να απευθυνθεί ως καθοδηγητής στις μάζες για τη δημιουργία ενός σοσιαλιστικού συνασπισμού…

O ίδιος άνθρωπος που ήταν υπέρμαχος της ευγονικής και του ρατσισμού, που δεν ήταν καν υλιστής, που είχε γράψει όλα αυτά που είδαμε πιο πάνω για τους ευρωπαίους δικτάτορες και τα καθεστώτα τους, που είχε συνεργασία με το περιοδικό του καθεστώτος Μεταξά, και που στην «Ομολογία Πίστεως» του, δημοσιευμένη  το 1925 στην κρητική εφημερίδα “Νέα Εφημερίς” έγραφε: “Δεν ζητούμεν να ανατρέψωμεν την θρησκείαν, την οικογένειαν, την πατρίδα, αλλά να δώσωμεν ανώτερον, βαθύτερον περιεχόμενον εις την θρησκείαν, εις την οικογένειαν, εις την πατρίδα”.

Ο ίδιος άνθρωπος που στο βιβλίο του “Ταξιδεύοντας – Ιαπωνία” έγραφε ότι πίστευε ακλόνητα στην ανισότητα των ανθρώπων, αποδίδοντας την και πάλι σε βιολογικά κριτήρια: «Δικαιοσύνη θα πει: ο φύσει δούλος να εχτελεί χρέη δούλου κι ο φύσει άρχοντας, χρέη άρχοντα. Γιατί πιστεύω ακλόνητα στην ανισότητα των ανθρώπων. Κι αν σήμερα στην εποχή που ζούμε, μια τίμια ψυχή έχει χρέος να μισεί τη σημερινή οργάνωση του κόσμου, είναι όχι γιατί υπάρχουν αρχόντοι και δούλοι, παρά γιατί οι αρχόντοι οι σημερινοί έχασαν τις παλιές αρχοντικές αρετές και κατάντησαν μέσα τους δούλοι.»… Στο απόσπασμα αυτό αποσαφηνίζει τη νιτσεϊκή του θέση περί παρακμής: Oι εξουσιαστές της εποχής του τού φαίνονταν πιο μαλθακοί σε σχέση με τους παλιούς σκληρούς φεουδάρχες που πίστευε ότι είχαν έμφυτες αρχοντικές αρετές. Δε μας εξηγεί όμως πώς τις έχασαν, αφού σύμφωνα με τον ίδιο είναι μέσα στη φύση τους. Η ιστορία, η ανθρωπολογία και η κοινωνιολογία δίνουν διαφορετικές εξηγήσεις για την εξέλιξη των κοινωνιών. Απ’ όσα ξέρουμε, οι σοσιαλιστές δέχονται αυτές τις εξηγήσεις και όχι αυτές περί φύσει αρχόντων και φύσει δούλων.

Εκείνο το «κόμμα» – σφραγίδα έβγαλε ένα μανιφέστο και οι λίγοι ιδρυτές του συμμετείχαν στις εργασίες του συνεδρίου για τη δημιουργία ενός συνασπισμού μαζί με άλλα σοσιαλιστικά (στην ουσία σοσιαλδημοκρατικά) κόμματα. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ο Καζαντζάκης συμμετείχε από πολύ λίγο ως καθόλου. Εκλέχτηκε όμως τιμητικά μέλος της κεντρικής επιτροπής του. Ούτε και εκεί όμως συμμετείχε….

Ως αρχηγός κόμματος έδωσε ένα πάτημα στον πρωθυπουργό Σοφούλη να τον εντάξει, μαζί με μερικούς ακόμα εξωκοινοβουλευτικούς, «ανθρώπους των γραμμάτων» και άλλους «μαϊντανούς», στην κυβέρνηση του, ως υπουργό άνευ χαρτοφυλακίου. Με αυτόν τον τρόπο ο Σοφούλης έδωσε την εντύπωση της δημιουργίας μίας κυβέρνησης ευρείας αποδοχής. Για τον Σοφούλη και την πολιτική του ιδεολογία θα μπορούσαμε να γράψουμε πολλά. Λόγω της φύσης του κειμένου θα περιοριστούμε σε ένα. Το 1945 έγινε η αποκαλούμενη δίκη των δωσιλόγων. Σε αυτή δικάστηκαν ελάχιστοι από τους πολλούς συνεργάτες των Γερμανών στην Κατοχή. Αθωώθηκαν όλοι εκτός από έναν. Αυτούς λοιπόν τους συνεργάτες των Ναζί ο Σοφούλης τους ονόμασε “καλούς πατριώτες”… Δεν έχει αλλάξει και πολύ η χρήση του όρου πατριώτης από τότε…

Δύο μήνες κράτησε η ιστορία της υπουργίας χωρίς αντικείμενο, ως τον Ιανουάριο του 1946. Το Μάρτιο του 1946, δύο μήνες μετά τη δημιουργία του σοσιαλιστικού συνασπισμού, ο Καζαντζάκης ζήτησε «άδεια» από τα μέλη της κεντρικής επιτροπής του συνεδρίου και έφυγε στο εξωτερικό. Πήγε πρώτα στην Αγγλία με πρόσκληση του Βρετανικού Συμβουλίου και μετά από λίγους μήνες διορίστηκε σύμβουλος λογοτεχνίας στην UΝESCO. Μάλιστα για να πάει στην Αγγλία δέχτηκε τον επαίσχυντο όρο του Βρετανικού Συμβουλίου να μην αναμιχθεί στην πολιτική και να μην κάνει δηλώσεις πολιτικού περιεχομένου. Ο ίδιος άνθρωπος που έφτιαξε ένα πολιτικό κόμμα για να αναμιχθεί στα πολιτικά πράγματα στην Ελλάδα…

Όταν έφυγε από την Αγγλία έδωσε μία συνέντευξη στην οποία αναφέρθηκε στο θέμα που είχε δημιουργηθεί με κάποιες δηλώσεις που είχε κάνει όσο ήταν στην Αγγλία, για τις οποίες οι Άγγλοι τον επέπληξαν, επειδή θεώρησαν ότι παρενέβαιναν τα όρια που είχαν τεθεί. Όταν δημοσιεύτηκε η συνέντευξη, έσπευσε να τη διαψεύσει για να μην έχει “μπερδέματα με την αγγλική πρεσβεία”. Ο δημοσιογράφος που του την είχε πάρει έκπληκτος του ζήτησε να του πει που δεν είχαν αποδοθεί σωστά αυτά που είχαν δημοσιευτεί. Το φιλικό του περιβάλλον του είχε πει ότι δεν ήταν καθόλου σωστό να διαψεύσει κάτι που είχε πει και που είχε συμβεί. Δεν τους άκουσε. Στην αρχή τα μπουρδούκλωσε και μετά έφτασε να διαψεύσει μέχρι και το γεγονός ότι είχε γίνει η συνέντευξη!

Τo «κόμμα» δεν ξανακούστηκε από τότε, ο ίδιος ούτε ασχολήθηκε ξανά με αυτή τη βραχύβια υπόθεση, ούτε και με την πολιτική. Και βέβαια δεν έκρινε σκόπιμο να δώσει κάποιου είδους εξήγηση δημόσια στην κοινωνία γι’ αυτήν του τη στάση, ή έστω στην κεντρική επιτροπή του σοσιαλιστικού συνασπισμού στην οποία τότε ήταν τυπικά μέλος.

Στην εισήγηση που είχε κάνει όμως λίγους μήνες πιο πριν στα στελέχη της ομάδας του έλεγε ότι η υποδοχή που είχε το «κόμμα» του από τους εργάτες ήταν “ενθουσιώδης, εγκάρδια, αληθινά συγκινητική”, ότι το πρώτο δελτίο του έγινε ανάρπαστο, πως “απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας φωνές όλο εμπιστοσύνη μας αποκρίνονται” και πολλά άλλα τέτοια. Έλεγε επίσης ότι η υπόθεση αυτή “επιβάλλει ευθύνες”. Πως ξαφνικά παρατάει όλους εκείνους τους εργάτες απ’ όλη την Ελλάδα που σύμφωνα με τον ίδιο αγκάλιασαν το κόμμα που μόλις είχε ιδρύσει και που “ό,τι χρόνια τώρα οι πιο αγνοί, οι πιο φωτισμένοι Έλληνες πεθυμούσαν, το έβρισκαν ξαφνικά στο τόσο απλό και καθαρό σύνθημα που δώσαμε”; Και τι έγιναν όλα εκείνα περί μεγάλων στιγμών και ευθυνών που έλεγε; Έπεα πτερόεντα;

Η “σκουριασμένη ηρωοφάμπρικα” και οι σχέσεις της με την “καλλιεπή γραφίδα”

Σε γενικές γραμμές, μέχρι τη δεκαετία του ‘50 η ανταπόκριση του κόσμου στα βιβλία του ήταν μικρή. Υπάρχουν μαρτυρίες διανοουμένων που λένε ότι σε αντίθεση με τον Παλαμά, τον Σικελιανό και άλλους ποιητές και συγγραφείς, οι νέοι δεν γνώριζαν το έργο του ή το αντιμετώπισαν με ψυχρότητα και αδιαφορία. Ο Καζαντζάκης όμως, παρότι έδειχνε να αδιαφορεί για το έργο της πλειοψηφίας των ελλήνων συγγραφέων και διανοουμένων της εποχής του, και παρότι τους ίδιους τους περιφρονούσε και τους συχνά τους ειρωνευόταν, θιγόταν από τις συχνές κακές κριτικές τους και ένιωθε ικανοποίηση από κάποια περιστασιακή καλή κριτική τους.

Η «Οδύσεια» του, για παράδειγμα, έλαβε πολλές αρνητικές κριτικές. Στην κακή κριτική της Έλλης Λαμπρίδου απάντησε ότι δεν της άρεσε γιατί τη διάβασε με τα μάτια της λογικής. Όπως είδαμε πιο πριν, ενοχλημένος από την κριτική της απάντησε επίσης ότι επειδή είναι γυναίκα δεν είναι σε θέση να φτάσει στο ανώτερο στάδιο που μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος, δηλαδή σε αυτό που έφτασε ο Οδυσσέας του. Σε μια παρόμοια κριτική του Θεοτοκά απάντησε ότι “κατάφερε να μην την καταλάβει”. Ο Δημήτρης Δημηρούλης σε μία μελέτη του για τις σχέσεις του Καζαντζάκη με τη γενιά του ’30, λέει ότι η πιο κατεδαφιστική και επιθετική κριτική της Οδύσειας ήταν αυτή του Καραντώνη. Αναφέρει επίσης ότι “ο Καραντώνης θα στραφεί ολομέτωπα ενάντια στο φαινόμενο Καζαντζάκη στη λογοτεχνία… Ο Καραντώνης θεωρεί συνολικά την Οδύσεια τεράστιο γλωσσοπλαστικό εγχείρημα αλλά αποτυχημένο ποίημα σε όλα τα επίπεδα της ποιητικής γραφής… Ο Καραντώνης συγκεκριμενοποιεί τις αντιρρήσεις του υποστηρίζοντας ότι «η ποίηση του Καζαντζάκη δε σαγηνεύει, δε ζωογονεί, δε μας μαθαίνει τίποτα το καινούργιο, καμία ψυχολογική και συναισθηματική διαβάθμιση»…”

Ο «Πρωτομάστορας» έλαβε αρκετές αρνητικές κριτικές, αλλά σε γενικές γραμμές απαξιώθηκε από κριτικούς και συγγραφείς. Ο Καζαντζάκης έγινε έξαλλος μαζί τους και ένα άρθρο του τους στόλισε με διάφορα κοσμητικά επίθετα και χαρακτηρισμούς. Κανείς δεν του απάντησε.

Ο σύγχρονος του Κώστας Βάρναλης δεν ήταν εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα. Οι σχέσεις τους πέρασαν από πολλές φάσεις, η γνώμη του όμως για μερικά πράγματα που έβλεπε σ’ αυτόν ήταν σταθερή. Το 1932, σε μία συνέντευξη στο Γιώργο Κοτζιούλα, λέει για τον Καζαντζάκη: “Όσο για τον άλλον… μηδέν τάλαντον. Ξέ­ρει μονάχα και γράφει ωραία. Σαν τους παλιούς Αλεξανδρινούς, τον Απολλώνιο το Ρόδιο…”.

Τo 1942 εκδίδεται το δοκίμιο του «Περί Σκότους». Παραθέτουμε εδώ μερικά αποσπάσματα του, στα οποία αναφέρεται στον Καζαντζάκη:

“Όλη του η αγωνία, όπως φαίνεται και στα βιβλία του και στα ιδιωτικά του γράμματα, είτανε να καταπλήξει με την εντυ­πωσιακή, την απροσδόκητη την υπερβολική φράση — την αλή­θεια του περιεχομένου την είχε για δεύτερο πράμα. Γι’ αυτόν το λόγο το έργο του κάνει εντύπωση, μα δεν πείθη. Δεν κινεί την πραγματικότητα – γιατί μένει έξω απ’ τη φλεγόμενη βάτο, την πραγματικότητα….

…Ο Καζαντζάκης γράφει με αφόρητη δυσκολία κ΄ ύστερ’ από πολλή σκέψη. Δεν έχει ποιητική φλέβα μήτε κ’ αίσθηση του ρυθμού και της γλώσσας. Μήτε καν απλό γούστο. Οι στίχοι του είναι φριχτά άμουσοι. Ο δεκαφτασύλλαβος της «Οδύσσειας» του είναι μετρημένος με τα δάχτυλα κι όχι με τ’ αφτί και με το χτύπο της καρδιάς. Κι όμως έγραψε’ επίμονα κ’ επί πολλά χρόνια 33.333 τέτιους στίχους, χωρίς ούτε μια στιγμή να σαλέψει μέσα του κείνος ο «ευπαθής ζυγός», που δείχνει και τα εκατοστά του γραμμαρίου κάθε αποτυχημένου αποτελέσματος. Ιερός βέβαια ο αριθμός 3, ιερότερος ο έντεκα χιλιάδες εκατόν έντεκα φορές 3, αλλ’ ανίερος ο όγκος… Ό,τι κάνει με τη γλώσσα, κάνει και με την ψυχολογία. Αφύσικη γλώσσα, αφύσικη ψυχολογία. Οι ήρωές του δεν είναι μήτε ανθρώπινοι, μήτε κ’ υπερανθρώπινοι· είναι αντιανθρώπινοι…

…Είναι επιπλέον έξυπνος άνθρωπος και με μεγάλη μνήμη. Αλλά όπως είναι φκιαχτός ποιητής, είναι και φκιαχτός άνθρωπος. Έχει απέραντη σοφία, αλλά δεν έχει κριτικό πνεύμα. Πέρασε, μπορώ να πω, κ’ έζησε όλες τις φιλοσοφίες και γαντζώθηκε στη χειρότερη: στο μηδενισμό”.

Λίγο μετά από τα πρώιμα έργα του εμφανίστηκε η λεγόμενη «γενιά του ‘30», με εκπροσώπους όπως ο Κατσίμπαλης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος, ο Θεοτοκάς, ο Βρεττάκος, ο Ρίτσος, ο Καραντώνης, κ.ά. Η γραφή τους προσέγγιζε τον μοντερνισμό και ήταν πολύ πιο καινοτόμος σε σχέση με την ψυχρή, βαρύγδουπη και προσωπική γλώσσα του Καζαντζάκη. Όλοι αυτοί ήταν πολύ μακριά από τις γνωστές εμμονές του, κυρίως από την εμμονή του στην ηρωολατρεία: “Κάθε σκέψις και πράξις μας, αν θέλουμε να είναι συντονισμένες με την εποχή μας, οφείλουν να είναι ηρωικές”.

Οι σχέσεις αυτής της γενιάς λογοτεχνών, αλλά και της προηγούμενης, με τον Καζαντζάκη, αποτυπώνονται σε μία δήλωση του Αλέξη Μινωτή το 1936: “…λιγοστοί γνοιάζουνταν γι’ αυτόν και για το έργο του, κι οι περισσότεροι της «καλλιεπούς γραφίδος» και της Κριτικής τον είχαν για έναν πολυμαθέστατο αποτυχημένο, έναν εκτός εποχής εγκεφαλικό διανοητή, έναν ιδεοληπτικό τύπο χωρίς στάλα λογοτεχνικό τάλαντο, έναν τέλος πάντων ποιητή με το ζόρι. «Σκουριασμένη ηρωοφάμπρικα» τον αποκαλούσαν σαρκαστικά οι παλιοί του φίλοι της Δεξαμενής, κι οι νεότεροι γλωσσομαθείς σουρεαλιστές παπαγάλοι ούτε που καταδέχονταν να τον πιάσουν στο στόμα τους”.

Το 1961 ο Εγγονόπουλος γράφει για τη σχέση του με τις τέχνες και για τα κολλήματα του: “Αληθινά ο Καζαντζάκης δεν αγαπούσε τις καλές τέχνες, το προσποιείτο, του ήσαν τέλεια αδιάφορες. Γνήσιος και αποκλειστικός «άνθρωπος των γραμμάτων», μέσα στις ίδιες αυτές επιστολές που αναφέραμε, φανερώνεται απίθανα απορροφημένος από διάφορες θρησκο-κοινωνικο-πολιτικές θεωρίες και άλλους «ασκητισμούς». Φαντάζεται κανείς τι «βαθυστόχαστες» αντιρρήσεις θα ξεφούρνιζε στο δυστυχή κι ανεκτικό Μαρινέττι για να τον κάνει «ν’ αφρίζει»”.

Το 1964 προβλήθηκε για πρώτη φορά η ταινία «Ζορμπάς», σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Καζαντζάκη. Ένα χρόνο μετά, ο Γιώργος Σεφέρης θα κάνει μία σύντομη κριτική της ταινίας και μία ακόμη πιο σύντομη, αλλά περιεκτική, αναφορά στον Καζαντζάκη.

“Χτες είδαμε το Ζορμπά, το φιλμ του Κακογιάννη – Καζαντζάκη. Με δηλητηρίασε όλη νύχτα και σήμερα πρωί. Όχι από συναίσθημα εθνικής προσβολής, που ύστερα από βροντερές τυμπανοκρουσίες και παρασημοφορίες για την πρεμιέρα του στο Παρίσι, ανακαλύπτουν τώρα οι Έλληνες χωρίς να ’χουν το θάρρος ν’ αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Αλλά για την ανυπόφορη αναισθησία αυτού του ανθρώπου, του Καζαντζάκη, που νομίζει πως είναι ευαίσθητος, που νομίζει πως είναι ερευνητής της αλήθειας για να μην πω φιλόσοφος. Δε με πειράζει ο σκοτωμός της χήρας — ούτε το πλιάτσικο στο σπίτι της ετοιμοθάνατης Ορτάνς. Όλα μπορεί να τα πει κανείς. Αν ένα χωριό στην Κρήτη ήταν κάποτε βάρβαρο, ήταν βάρβαρο· ποιος δεν ήταν βάρβαρος κάποτε — όλα μπορεί να τα πει κανείς — αλλά σ’ ένα έργο που διεκδικεί την ανθρωπιά το θέμα δεν είναι εκεί. Το θέμα είναι πώς εξαγοράζει κανείς αυτά που γράφει κι αν δεν τα λέει στο βρόντο. Ψεύτικη γλώσσα, ψεύτικες πόζες, απομιμήσεις αισθημάτων μου φαίνεται είναι ο Καζαντζάκης. Και δε βρέθηκε άνθρωπος να τον κρίνει, τόσα χρόνια που αλωνίζει ανάμεσα μας. Έχω την εντύπωση πως είμαστε συνηθισμένοι στην ψευτιά χρόνια και αιώνες. Μας αρέσει. Δεν έχουμε δύναμη ν’ αντιδράσουμε”.

Αφήνουμε ασχολίαστα όλα τα λεγόμενα του Σεφέρη, εκτός από ένα: “Και δε βρέθηκε άνθρωπος να τον κρίνει, τόσα χρόνια που αλωνίζει ανάμεσα μας. Έχω την εντύπωση πως είμαστε συνηθισμένοι στην ψευτιά χρόνια και αιώνες”. Αυτό που γράφει πολύ σωστά ο Σεφέρης με παράπονο και καθ’ υπερβολή (όπως είδαμε πιο πάνω κάποιοι τον είχαν καταλάβει και τον είχαν κρίνει, απλά ο λόγος τους θάφτηκε από την προπαγάνδα της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων) είναι και το παράπονο κάποιων από εμάς. Θα συμφωνήσουμε και με τη δεύτερη του διαπίστωση. Μισό αιώνα μετά, είναι τόσες οι στρώσεις της ψευτιάς και της αγιοποίησης που δεν ξέρεις πια πόσο βαθειά βρίσκεται η αλήθεια.

Από τη δεκαετία του ’70 ήδη είχε πιάσει δουλειά η φάμπρικα της παραποίησης και ειδωλοποίησης του, για να οργιάσει μερικές δεκαετίες αργότερα, επιχειρώντας να τον παρουσιάσει ως φιλάνθρωπο, πασιφιστή, μέχρι και… ανατρεπτικό. Στο βιβλίο της «Για να γίνει μεγάλος» το 1973, σε τρεις αράδες η Έλλη Αλεξίου τα λέει όλα: “Λένε κείνα τα πενιχρά και τετριμμένα «αγάπησε τον άνθρωπο»… «οπαδός και κήρυκας της ειρήνης και της ευτυχίας του ανθρώπου…», «με αγιάτρευτο πάντα τον πόνο για τον πάσχοντα άνθρωπο…» κλπ., κλπ… . Όλα ξένα από τη ψυχοσύνθεσή του”.

Η τελευταία αντιγραφή

Δε θεωρούμε ότι τα δάνεια και η αντιγραφή είναι απαραίτητα αρνητικά. Μπορεί κάποιος να ενστερνιστεί μία φράση, μία άποψη, μία ιδέα ή μία φιλοσοφία, και να την αναπαράγει. Μπορεί να βασιστεί σε κάποια από αυτές, για να την προχωρήσει πιο πέρα. Μπορεί πάλι να αντιγράψει ή να δανειστεί επιλεκτικά κάποια στοιχεία από αυτές και να τα χρησιμοποιήσει αυτούσια ή παραλλαγμένα στη σκέψη του ή σε κάποιο έργο του. Όλα αυτά απέχουν πολύ όμως από το να παίρνεις μία φράση, άποψη, ιδέα ή φιλοσοφία, να τη χρησιμοποιείς στα έργα σου και να την πουλάς σαν δική σου.

Αναφέραμε πιο πάνω μερικά παραδείγματα της έντονης ροπής του Καζαντζάκη σε αυτού του είδους την αντιγραφή-λογοκλοπή. Το τελευταίο χρονολογικά και ίσως πιο γνωστό παράδειγμα είναι η πασίγνωστη φράση «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λέφτερος» που χρησιμοποίησε στην Ασκητική ως δική του και ζήτησε στη διαθήκη του να χαραχτεί στην επιτύμβια στήλη του τάφου του.

Ο συγγραφέας και ρήτορας του 2ου αιώνα μ.Χ. Λουκιανός είχε γράψει το έργο «Δημώνακτος βίος» για τη ζωή και το έργο του κυνικού φιλοσόφου Δημώνακτος. Σε αυτό αναφέρεται ότι “όταν κάποιος τον ρώτησε [τον Δημώνακτα] ποιος είναι κατά την γνώμη του ο ορισμός της ευτυχίας, εκείνος απάντησε ότι ευτυχισμένος είναι μόνο ο ελεύθερος. Όταν ο άλλος παρατήρησε ότι υπάρχουν πολλοί ελεύθεροι, απάντησε: «Εκείνον θεωρώ ελεύθερο, όποιον δεν ελπίζει τίποτα και δεν φοβάται τίποτα. Και εκείνος τον ρώτησε: «Και πώς μπορεί κανείς να το καταφέρει αυτό; Γιατί όλοι ως επί το πλείστον είμαστε δούλοι σε τούτα τα δύο». «Και όμως, αν κατανοήσεις τα ανθρώπινα, θα ανακαλύψεις ότι αυτά δεν είναι άξια ούτε ελπίδας ούτε φόβου, αφού οι πόνοι και οι ηδονές θα τερματιστούν στο τέλος οπωσδήποτε”. Πολλούς αιώνες αργότερα, το 1806, συναντούμε την ίδια φράση σε ένα πολιτικό δοκίμιο ενός αγνώστου (σε εμάς) συγγραφέα, την «Ελληνική Νομαρχία»: “Και ο ελεύθερος ούτε ελπίζει, ούτε φοβείται εις ό,τι μέλλει να πράξη”. Δε θα μπορούσε να λείψει ο Nietzsche από αυτό το γαϊτανάκι αντιγραφών. Είχε πει σχετικά: “Η ελπίδα είναι το χειρότερο κακό, γιατί παρατείνει τα βάσανα των ανθρώπων”.

Τα παραπάνω είναι ευρέως γνωστά και δεν θα τα αναλύσουμε περαιτέρω. Όμως ο Καζαντζάκης χρησιμοποίησε τη φράση και ζήτησε να μπει στον τάφο του ως δική του. Αυτό το γεγονός οι σύγχρονοι «μελετητές» και υμνητές του είτε το παραβλέπουν (αν δεν το αγνοούν), είτε το παρουσιάζουν ως μία ασήμαντη λεπτομέρεια ανάξια σχολιασμού. Εμείς το εντάσσουμε στη γενικότερη τάση και συνήθεια του να παίρνει έργα άλλων, ολόκληρα ή μέρος τους, και να τα παρουσιάζει ως δικά του. Αν το συνδέσει κανείς με τον άκρατο εγωκεντρισμό του, μπορεί να βγάλει τα ανάλογα συμπεράσματα.

Από τη δωρεάν διαφήμιση της Εκκλησίας στη σύγχρονη αφασία

Το έργο του Καζαντζάκη άρχισε να γίνεται ευρέως γνωστό τη δεκαετία του ’50 με την έκδοση και μετάφραση σε διάφορες γλώσσες των «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και «Τελευταίος πειρασμός», και ακόμα περισσότερο όταν τα δύο πρώτα θα γίνουν ταινίες. Ακόμα πιο γνωστός θα γίνει στην Ελλάδα με το σάλο που θα ξεσπάσει την ίδια εποχή με τις αντιδράσεις της Εκκλησίας για τα δύο τελευταία και για το «Καπετάν Μιχάλης», το οποίο η Εκκλησία της Ελλάδας ονόμασε “αντιχριστιανικόν και αντιεθνικόν έργον”. Και καλά το “αντιχριστιανικόν”, αλλά το “αντιεθνικόν” τι λόγο έχει μία Εκκλησία να το κρίνει; Εκτός κι αν αυτά τα δύο η Εκκλησία τα ταυτίζει, και στον εαυτό της έχει δώσει το ρόλο του νταβατζή – αφεντικού του ελληνορθόδοξου ποιμνίου. Έφτασε να συζητήσει ακόμα και το θέμα του αφορισμού του ή της προτροπής της απαγόρευσης έκδοσης των βιβλίων του, αλλά τελικά αρκέστηκε σε μία απλή σύσταση μη ανάγνωσης τους προς τους καλούς χριστιανούς ορθόδοξους. Υπερίσχυσε τότε η θέληση του άλλου αφεντικού, του Παλατιού, και δεν έφτασε στον αφορισμό. Ο Καζαντζάκης είχε πολύ καλές σχέσεις με κάποια μέλη της τότε βασιλικής οικογένειας. Ο Πάπας που δεν είχε τέτοια εμπόδια στα πόδια του ανέγραψε το «Τελευταίος πειρασμός» στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων του Βατικανού. Όλες αυτές οι αντιδράσεις και γενικά ο θόρυβος και η αρνητική διαφήμιση, συνεισέφεραν – μαζί με τις μεταφράσεις και τις ταινίες – στη δημοσιότητα και διάδοση του έργου του στην Ελλάδα αλλά και σε πολλές χώρες του κόσμου.

Η μαζική μετάφραση πολλών βιβλίων του άρχισε το 1947 όταν διορίστηκε στο τμήμα προώθησης μεταφράσεων λογοτεχνικών έργων της UNESCO. Τότε φρόντισε να μεταφραστούν τα δικά του έργα σε 24 γλώσσες. Μάλιστα αυτή ήταν η πρώτη του μέριμνα μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του…  

Ένας άλλος λόγος,  ίσως λιγότερο σημαντικός από τους προηγούμενους, ήταν η θέση που πήρε στην εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στην Ουγγαρία το 1956, δικαιολογώντας την επέμβαση του σοβιετικού στρατού. Έτσι, τότε η «ορθόδοξη» Αριστερά που υποστήριζε (και συνεχίζει να υποστηρίζει…) το σοβιετικό καθεστώς δε συνέχισε να τον αντιμετωπίζει με τη σκληρή γραμμή που κρατούσε πριν από το γεγονός αυτό. Εκεί τα πάντα είναι θέμα γραμμής… Η δε Αριστερά που δεν ανήκε στο ΚΚΕ, είχε παραδοσιακά στις τάξεις της πολλούς «ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών», οπότε τον έβλεπε σαν ένα κομμάτι της καλλιτεχνίζουσας κουλτούρας της και της γενικότερης δηθενιάς της. Γι’ αυτό και μέχρι και σήμερα όλο αυτό το γλυκανάλατο συνονθύλευμα αποφεύγει να μιλήσει για την ουσία της ζωής και του έργου του και αναλώνεται σε ανάλογες φορμαλιστικές αναλύσεις.

Υπήρξαν βέβαια πολλοί αριστεροί που δεν ανήκαν στα φάσματα αυτά (μαζί με κάποιους λίγους που ανήκαν σε αυτά, και κάποιους ελευθεριακών και αντιεξουσιαστικών πεποιθήσεων) και που γνώριζαν λίγο πολύ τη βάση της προσωπικής του εμμονής. Αυτοί δεν πείστηκαν από τα έργα του, και βέβαια δεν εκτίμησαν καθόλου τις πολιτικές του απόψεις και ασυνέπειες, ούτε ξέχασαν την στάση του στο μεσοπόλεμο, στην Κατοχή, στον Ισπανικό εμφύλιο και στην κυβέρνηση Σοφούλη.

Οι πιο πολιτικά συντηρητικοί, ήταν μεν πιο κοντά στη βάση των βιταλιστικών και νιτσεϊκών του πεποιθήσεων, του εθνικισμού και του φυλετισμού του, αλλά ούτε αυτοί πείστηκαν από τα έργα του (μέχρι τη δεκαετία του ’40 δεν είχε εκδοθεί κανένα από τα γνωστά του βιβλία) και κάπου τους απωθούσαν οι συνεχόμενες παλινωδίες του. Σε όλες τις περιπτώσεις της παραγράφου αυτής αναφερόμαστε σε ανθρώπους με κάποιο λογοτεχνικό, φιλοσοφικό και πολιτικό κριτήριο.

Οι υπόλοιποι, δεξιοί και αριστεροί, υπάγονται στις κατηγορίες των προηγούμενων παραγράφων. Ξέρουμε ότι ο σημερινός νεωτερισμός μισεί τις κατηγορίες και για τους δικούς του λόγους αποϊδεολογικοποίησης διακηρύσσει ότι όλα είναι τα πάντα και τα πάντα χωράνε παντού. Όσοι συνειδητά ή ασυνείδητα είναι κοντά σε αυτό το κήρυγμα, ας αντικαταστήσουν τον όρο κατηγορία από άλλον της αρεσκείας τους. Αν δεν λειτουργήσει μέσα τους αυτό, ας διαγράψουν την παράγραφο αυτή. Για πολύ διαφορετικούς λόγους, εμείς θεωρούμε ότι κάποιες κατηγοριοποιήσεις έχουν σχηματικό, σχετικό και βοηθητικό χαρακτήρα. Ως τέτοιες χρησιμοποιήσαμε τις παραπάνω.

Η δεύτερη περίοδος στην οποία σημειώθηκε μία ακόμα μεγαλύτερη αύξηση ενδιαφέροντος για τα βιβλία του ήταν οι δεκαετίες του ’80 και του ’90. Μαζί με την αύξηση της αναγνωσιμότητας, παρατηρήθηκε και μία αύξηση στις αξιολογήσεις και κριτικές του έργου του, εκείνη την εποχή στον γραπτό Τύπο και αργότερα στο Ιντερνέτ, καθώς και μία αύξηση των βιβλίων που διαπραγματεύονταν θεματικά κάποιες πτυχές του. Κατά τη γνώμη μας μικρό ρόλο έπαιξε η δημοσιότητα που πήρε με την ταινία του Scorsese βασισμένη στο «Τελευταίος Πειρασμός» και οι αντιδράσεις στην Ελλάδα – ξανά – εκ μέρους του γνωστού θρησκευτικού Βοσκού και ενός μεγάλου μέρους του ποιμνίου του. Όσοι έζησαν την περίοδο αυτή, βίωσαν το τέλος της κοσμογονικής εποχής των 60s και 70s με τον όποιο συλλογικό χαρακτήρα, όνειρα, αφέλεια, αθωότητα και αμεσότητα αυτή είχε, καθώς και τη σταδιακή εξάπλωση και κυριαρχία της ιδιώτευσης, του πραγματισμού, του ατομικισμού, του μικροαστισμού (που υπήρχε βέβαια και πριν, αλλά τώρα θα πάρει διαστάσεις φαινομένου) και του lifestyle.

Η γραφή του Καζαντζάκη είναι πολύ προσωπική. Η θρησκευτικότητα του είχε επίσης πολλά προσωπικά στοιχεία. Δανείζονταν ή αντέγραφε σταδιακά στοιχεία από διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα (μερικά από τα οποία αναφέραμε πιο πριν) και από άλλους συγγραφείς, και έφτιαχνε χρόνο με το χρόνο ένα μεταφυσικό ιδεολόγημα προσαρμοσμένο στην ιδιαίτερη προσωπική του ψυχοσύνθεση.

Από τα τέλη του 20ου αιώνα, στα πλαίσια της γενίκευσης του εγωκεντρισμού και της εξατομίκευσης στις κοινωνίες, είχε αρχίσει να λαμβάνει μαζικές διαστάσεις το φαινόμενο της «θρησκείας a la carte». Όλο και περισσότεροι ατομιστές μικροαστοί δεν ανέχονταν και δεν ικανοποιούνταν να μοιράζονταν την ίδια θρησκευτική πίστη με εκατομμύρια άλλους ανθρώπους. Επιζητούσαν στον τομέα αυτό το διαφορετικό, το μοναδικό, το ατομικό, προσαρμοσμένο στον εαυτούλη τους, όπως άλλωστε και στις υπόλοιπες εκφάνσεις της ζωής τους. Χρειάζονταν να νιώθουν ότι έχουν την προσωπική τους πίστη, την προσωπική τους θρησκεία. Μερικοί αρκούνταν σε μία επιλογή στοιχείων από την επικρατούσα στον τόπο τους θρησκεία. Άλλοι επιδόθηκαν σε ένα θρησκευτικό συγκρητισμό. Και άλλοι πάλι ελκύστηκαν από τις νεωτερικές μη ανθρωπόμορφες θρησκευτικές δοξασίες περί Ζεν, συμπαντικής ενέργειας κλπ. Αυτές οι τελευταίες είναι νεωτερικές αλλά όχι νέες. Έχουν τις ρίζες τους σε παλιές ανατολικές δοξασίες και σε σύγχρονα μεταφυσικά φιλοσοφικά ρεύματα, όπως π.χ ο βιταλισμός. Όπως όλες οι θρησκείες, έχουν κι αυτές κάποιες βασικές ηθικές αρχές, τις οποίες όμως ο καθένας μπορεί να κάνει λάστιχο ανάλογα με τις ανάγκες του και την ιδιοσυγκρασία του. Δεν είναι τόσο άκαμπτες όπως αυτές των πιο γνωστών παραδοσιακών θρησκειών. Το πλεονέκτημα τους για τον σύγχρονο μικροαστό (ταξικά αλλά κυρίως συνειδησιακά) είναι ότι σε αυτές δεν είσαι υποχρεωμένος να πιστεύεις και να εφαρμόζεις κατά γράμμα κάτι που είπαν και έγραψαν κάποιοι τύποι πριν από χιλιάδες χρόνια. Υπάρχει ευλυγισία, ελαστικότητα, προσαρμογή στις προσωπικές σου ανάγκες. Τέλος, σου δίνεται η ψευδαίσθηση ότι έχεις αυτενέργεια, ότι είσαι ερευνητής, αναζητητής κάποιας βαθύτερης αλήθειας και όχι ένα απλό πρόβατο που υπακούει τυφλά σε εντολές ενός παλιού και ξεπερασμένου δόγματος για να σώσει τη ψυχούλα του.

Όλες οι προαναφερθείσες επιλογές συναντώνται στο έργο του Καζαντζάκη. Ο άνθρωπος που επιζητούσε το διαφορετικό για να το προσαρμόσει στην προσωπική του ψυχοσύνθεση και εγωκεντρισμό, έβλεπε κάτι αντίστοιχο στην πορεία ζωής του Καζαντζάκη και εν μέρει ταυτιζόταν μαζί του ή στη χειρότερη περίπτωση τον έβλεπε με συμπάθεια. Και όσοι αμφισβητούσαν κάποια στοιχεία από το χριστιανισμό, κρατώντας κάποια και απορρίπτοντας κάποια άλλα, έβλεπαν ένα μέρος του εαυτού τους να καθρεφτίζεται στα έργα του. Αυτό το καθρέφτισμα είναι αρκετά θαμπό, όπως και το περιεχόμενο των έργων του. Δεν έχει σημασία, τη δουλειά του την κάνει. Το ίδιο, και ακόμα πιο πολύ, ικανοποιούσε ο Καζαντζάκης όσους είχαν προβεί στον ίδιο συγκρητισμό, αλλά με στοιχεία διαφορετικών θρησκειών, αφού κι αυτός ανακάτεψε στη θρησκευτική του σούπα στοιχεία από όσες δοξασίες και θρησκείες κυκλοφορούσαν στην αγορά.

Ίσως αυτοί που τον αποδέχτηκαν περισσότερο να είναι οι εκπρόσωποι της τάσης της νεωτερικής θρησκευτικότητας που περιγράψαμε πιο πάνω. Είχε προσεγγίσει θεωρητικά ένα μεγάλο μέρος του φάσματος των προπατόρων αυτών των δοξασιών, οπότε το κοινό αυτό γοητευόταν και ταυτιζόταν πιο εύκολα με αυτόν παρά με ένα συγγραφέα που δεν μιλούσε για ζωτική ενέργεια, για αγώνα για να γίνουμε πνεύμα, για υπερνοητικές πραγματικότητες και για εσωτερισμούς. Στο κέντρο του θρησκευτικού του οικοδομήματος ήταν πάντα η “διαρκής ανάβαση”, ιδωμένη ως μία πολύ προσωπική υπόθεση. Στο οικοδόμημα αυτό είχε δώσει αυστηρά προσωπικά στοιχεία. Το ατομικό στοιχείο στη λογοτεχνία, και στις τέχνες γενικά, αρέσει και εκτιμάται ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή της αποθέωσης του ατομικισμού. Ακόμα και να μην κατανοεί κάποιος τι ακριβώς εννοεί κάποιος συγγραφέας, απομονώνει λέξεις, έννοιες ή φράσεις και τις κολλάει στη δική του προσωπική αναζήτηση, ερμηνεύοντας τις κατά το δοκούν. Το αν ο δημιουργός – πομπός εννοεί εντελώς άλλα πράγματα, αυτό είναι αδιάφορο για το σύγχρονο αναγνώστη – δέκτη. Το σημαντικό πια είναι η χρηστική τους αξία να ικανοποιεί τις συγκεκριμένες ανάγκες του αναγνώστη – δέκτη. Το περιεχόμενο συχνά περνά σε δεύτερη μοίρα ή δεν ενδιαφέρει καθόλου… Εκεί φτάσαμε…

Στο επίκεντρο του έργου του Καζαντζάκη βρίσκεται η εσωτερικότητα, η εσωτερική «ελευθερία», η αναζήτηση του κρυμμένου εσωτερικού νοήματος των πραγμάτων. Ο,τιδήποτε είναι εσωτερικό και απρόσιτο στους πολλούς, γοητεύει αυτήν την κατηγορία ανθρώπων. Αυτή η αναζήτηση τους δίνει την αίσθηση – στο υποσυνείδητο τους πάντα – ότι ανήκουν στους εκλεκτούς, ότι είναι γνώστες και κάτοχοι μίας μυστικής γνώσης, ότι είναι ξεχωριστοί «ανώτεροι», ότι δεν είναι σαν τους άλλους.  Η κοινωνική ανέλιξη είναι ο σκοπός του κοινωνικά ή ταξικά μικροαστού, και η ατομική νοητική και υπερνοητική «υπεροχή» σε σύγκριση με τους υπόλοιπους, είναι η λαχτάρα του συνειδησιακά μικροαστού. Συνήθως αυτές οι δύο υποκατηγορίες στην πράξη ταυτίζονται. Όσο πιο πολύ στρέφονται αυτοί οι σύγχρονοι πιστοί προς τα «έσω», αδιαφορώντας για το κοινωνικό γίγνεσθαι και το συλλογικό ιδεώδες, και αναζητώντας σε μυστικιστικά μονοπάτια την ατομική πληρότητα και ευτυχία και αδιαφορώντας για την αλλαγή των κοινωνιών και της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων, τόσο πιο ήσυχοι κοιμούνται οι ανά τον κόσμο εξουσιαστές.

Υπάρχει και η κατηγορία των ανθρώπων που δεν έχουν διαβάσει κανένα βιβλίο του, αλλά αν τους ρωτήσεις αν είναι καλός συγγραφέας ή διανοούμενος, θα σου απαντήσουν με βεβαιότητα πως είναι σπουδαίος. Δεν απαντά η σκέψη τους, αλλά η κυρίαρχη άποψη του marketing που έχει εντυπωθεί στο μυαλό τους. Απαντά – αντί γι’ αυτούς – ότι αφού σήμερα το brand «Καζαντζάκης» είναι γνωστό και «αναγνωρισμένο», δεν μπορεί παρά να είναι και καλός συγγραφέας και σπουδαίος διανοούμενος. Απορούν και σε κοιτάνε με μισό μάτι, αν υποστηρίξεις ότι στην εποχή του δεν ήταν καθόλου αναγνωρισμένος, ότι υπερασπιζόταν τον φασισμό, τον ρατσισμό και διάφορα παρακλάδια τους, και ότι σαν συγγραφέας είναι κάτω του μετρίου. Γιατί; Για τον ίδιο λόγο που (θέλουν να) πιστεύουν ότι η πραγματικότητα βρίσκεται κάπου μεταξύ facebook και δαχτύλου που ακουμπά την οθόνη του κινητού. Για τον ίδιο λόγο που πιστεύουν ότι η αστική δημοκρατία είναι το καλύτερο πολίτευμα που έχει εμφανιστεί και δε θα υπάρξει καλύτερο. Για τον ίδιο λόγο που πιστεύουν ότι είναι άμεσοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Για τον ίδιο λόγο που νομίζουν ότι ο πλανήτης δεν κινδυνεύει από το καπιταλιστικό μοντέλο. Η μαλακία είναι ανίκητη.

Δίπλα σε αυτούς υπάρχουν κι αυτοί που γοητεύτηκαν από τη διαπίστωση ότι ερχόμαστε από μία άβυσσο και πάμε σε μια άλλη, και ταυτίζονται με το αντιγραμμένο απόφθεγμα ότι δε φοβάται και δεν ελπίζει τίποτα, άρα είναι ελεύθερος. Μέχρι εκεί. Δεν εξέτασαν ποιο νόημα δίνει σε αυτήν την «ελευθερία», ποια είναι η κοσμοθεωρία του και το πρακτικό του πρόταγμα ( αν υπάρχει τέτοιο). Με την ίδια θέρμη ταυτίζουν τον Καπετάν Μιχάλη με την «κρητική λεβεντιά» ή το Ζορμπά με την «ελληνική παλικαριά». Είναι πολύ δύσκολο να βγουν όλα αυτά από μυαλά που έχουν ταϊστεί για χρόνια με ψεύτικα στερεότυπα. Πρώτον, επειδή κάτι τέτοιο θα απαιτούσε την προσεκτική ανάγνωση των βιβλίων του, τη μελέτη του πολιτικού, φιλοσοφικού και καλλιτεχνικού τους πλαισίου, και κατόπιν τη συζήτηση γενικά για το έργο του και ειδικά για κάποιο βιβλίο. Ποιος όμως θα είχε τη διάθεση, αφού διαβάσει ένα βιβλίο και μελετήσει το πλαίσιο του, να πιάσει μαζί με κάποιον που δε συμφωνεί με τις βλακείες του σύγχρονου marketing ένα προς ένα τα στοιχεία που αποδομούν (ή έστω αμφισβητούν) την κυρίαρχη άποψη; Οι περισσότεροι αρκούνται σε αυτά που τους σερβίρει έτοιμα η βιομηχανία αυτή, όπως π.χ. τρώνε με ευχαρίστηση τα σκουπίδια του εγχώριου και εισαγόμενου fast food, ή χρησιμοποιούν στην καθημερινότητα τους ασυλλόγιστα τα προϊόντα της χημικής βιομηχανίας.

Και αυτή όμως η κατηγορία ανθρώπων θεωρεί ότι έχει άποψη για τον Καζαντζάκη. Μάλιστα σου επιτίθενται αν αμφισβητήσεις ή αντιταχτείς στην κυρίαρχη σήμερα άποψη γι’ αυτόν. Γιατί; Για τον ίδιο λόγο που οι πολλοί μικροαστοί (στο μυαλό και στη ζωή) υπερασπίζονται σα δικά τους τα ιδεολογήματα του καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού.  Μέσα σε αυτούς και οι διάφοροι «μελετητές» και θιασώτες του που έχουν φτιάξει ένα ιδιότυπο λογοτεχνίζον λόμπυ (για να μην πούμε «μαφία») και επιτίθενται σε όσους διαφωνούν με την αποψάρα τους, ονομάζοντας λίβελο όποιο δημοσίευμα δεν συντάσσεται με αυτή και εναντιώνεται στην αγιοποίηση καλλιτεχνών και στη βιομηχανία παρασκευής «εθνικών συμβόλων» προς κατανάλωση από τις προβατοποιημένες μάζες.

Ο Ρένος Αποστολίδης δεν μασούσε τα λόγια του όταν ήταν να κρίνει τα βιβλία του Καζαντζάκη. Τα αποδομεί λογοτεχνικά, τεχνικά και αισθητικά και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όσα δεν είναι «κλεμμένα» είναι κάτω του μετρίου. Αποδίδει τη διάδοση τους σε διάφορους λόγους. Ο βασικότερος κατ’ αυτόν είναι το marketing. Σε μία συνέντευξη λέει για τα βιβλία του: “Μπορεί να αγοράστηκαν, αμφισβητώ ότι διαβάστηκαν. Και αν διαβάστηκαν, αμφισβητώ ότι άρεσαν. Δεν πα’ να λένε τα κυκλώματα ό,τι θέλουν…”.  Εμείς θα προσθέταμε ότι αμφισβητούμε ότι κατανοήθηκαν.

Τα πράγματα άλλαξαν ριζικά με το Ιντερνέτ και τις νέες τεχνολογίες οθόνης. Στην εποχή της Εικόνας και της ατάκας, ο Λόγος, προφορικός αλλά κυρίως γραπτός, έχει συμπτυχθεί, έχει φτωχύνει, έχει υποχωρήσει. Ο τρόπος και οι λόγοι που γίνεται πια η όποια ανάγνωση έχουν αλλάξει. Οι νέες γενιές «αναγνωστών» είναι εθισμένες στην εικόνα. Οι περισσότεροι από αυτούς δε διαβάζουν βιβλία ή μεγάλα σε έκταση κείμενα. Ο εγκέφαλος τους είναι προσαρμοσμένος σε εικονικές παραστάσεις και οι νευρώνες του καίγονται εύκολα. Δεν τους ενδιαφέρουν η σκέψη και η κρίση. Η σχέση τους με τη γραφή και την ανάγνωση περιορίζεται σε καμία εξυπνακίστικη ατάκα ή το πολύ σε κάποιο σύντομο κείμενο, γραμμένο στη δική τους γλώσσα των διακοσίων λέξεων και των είκοσι τυποποιημένων εκφράσεων.

Η σχέση τους με τη λογοτεχνία είναι από ελάχιστη ως ανύπαρκτη. Ειδικά με συγγραφείς όπως ο Καζαντζάκης, που η γλώσσα του και η γραφή του είναι ιδιαίτερες, η σχέση αυτή συνήθως περιορίζεται σε μία ή δύο γνωστές φράσεις του για τη ζωή και τις αβύσσους που την περιτριγυρίζουν, και στο απόφθεγμα για το φόβο, την ελπίδα και την ελευθερία. Αυτό το τελευταίο, όπως είδαμε, δεν είναι δικό του, αλλά αυτό μικρή σημασία έχει πια. Μερικοί έχουν τυπώσει αυτές τις φράσεις σα σλόγκαν στα μπλουζάκια τους, άλλοι τις έχουν βάλει σα λογότυπο ή υπότιτλο στο blog τους ή στο λογαριασμό τους σε κάποιο από τα antisocial media με τα οποία ασχολούνται μέρα νύχτα. Καθόλου δεν τους ενδιαφέρει να εξετάσουν το νόημα που τους είχε δώσει ο δημιουργός τους. Αυτοί ερμηνεύουν τις έννοιες όπως γουστάρουν. Κάποιοι από εμάς πιστεύουν ότι ούτε καν μπαίνουν στον κόπο να τους δώσουν τη δική τους ερμηνεία: Τις χρησιμοποιούν χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο, έτσι, για τη φάση. Άλλωστε ζούμε την εποχή της «φάσης» και της αφασίας…

Υπάρχει μία σελίδα στο facebook αφιερωμένη στον Καζαντζάκη. Πρόσφατα ο διαχειριστής της αναγκάστηκε να εξηγήσει με κομψό τρόπο ότι ο Καζαντζάκης δεν ζει, γιατί στις 6 Δεκεμβρίου πάρα πολλοί του έστελναν ευχές για χρόνια πολλά! Νομίζουμε ότι το γεγονός αυτό και μια ματιά στα γραπτά και εικονογραφημένα σχόλια των «αναγνωστών» της είναι μια επαρκής απάντηση σε όσους έχουν τη γνώμη ότι τα παραπάνω σχόλια μας είναι υπερβολικά.

Φυσικά όλοι αυτοί δεν πρόκειται να σταθούν σε «λεπτομέρειες» όπως η σχέση του με το φασισμό και το ρατσισμό, οι αντιγραφές έργων που παρουσίασε ως δικά του, οι απόψεις του για τον πόλεμο, τις γυναίκες και την κοινωνία, η απάνθρωπη κοσμοθεωρία του ή ο εμμονικός εγωκεντρισμός και μεγαλοϊδεατισμός του. Όσο για τις συνεχόμενες αντιφάσεις του, την αυθαιρεσία και το ανορθολογικό στοιχείο, και την αναντιστοιχία λόγων και πράξεων του, φανταζόμαστε ότι δε θα έχουν κανένα πρόβλημα. Ίσως μάλιστα αυτά τα στοιχεία να τους φανούν οικεία και φυσιολογικά, αφού κυριαρχούν στις κοινωνίες τα τελευταία χρόνια…

Δεν ξέρουμε βέβαια τι θα λέγανε ή πως θα αντιδρούσανε, αν κάποιος τους διάβαζε κάποιες από τις πολλές επίμαχες απόψεις του και τους έλεγε ότι είχαν γραφτεί από ένα Τούρκο, Αλβανό ή Εβραίο συγγραφέα. Κάτι σαν το πείραμα του Κορανίου… Θα ήταν ενδιαφέρον να βλέπαμε τις αντιδράσεις τους μετά τις απαντήσεις τους, όταν τους αποκαλύπτανε ποιος τα έχει πει. 

Αν κάποιος από τους αναγνώστες έχει φτάσει μέχρι τον επίλογο αυτόν, κάνουμε την υπόθεση ότι μπορεί να μην ακολουθήσει την τάση της εποχής και να μην κρίνει πρώτα (ή μόνο) τους συντάκτες του και μετά ίσως και κάποια από αυτά που διάβασε. Και επειδή τα γραφόμενα μας απέχουν πολύ από τη βαρετή και επαναλαμβανόμενη προπαγάνδα με την οποία έχουν ταϊστεί μυαλά και συνειδήσεις εδώ και δεκαετίες για εθνικά σύμβολα και «ιερά τέρατα», υποθέτουμε ότι σε κάποιους δεν θα διαπεράσουν τα στρώματα που αυτή έχει σχηματίσει στον εγκέφαλο τους. Αν πάλι στο μέλλον, για κάποιους από τους αναγνώστες αυτού του κειμένου, τα γραφόμενα μας αποτελέσουν τροφή ή έστω ένα ελάχιστο ερέθισμα για περαιτέρω σκέψη και έρευνα, τότε ίσως άξιζε ο κόπος της συγγραφής του.

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.